το χειρότερο δώρο γενεθλίων

•Σεπτεμβρίου 16, 2016 • Σχολιάστε

το χω και αυτό σε εικόνες. ακόμα και αυτό. μαζί σου έχω τόσες εικόνες και μικρά κλιπς απλώς κλείνοντας τα μάτια μου. τα περισσότερα δεν ντύνονται πια με συναισθήματα, απλά υπάρχουν. σα να βλέπω κάποιους που δεν τους ξέρω, οπότε πως να νιώσω. Κάποια έχουν έντονα συναισθήματα. αν πρέπει να διαλέξω ποια υπερνικούν θα ήταν τα κακά. Από ουδέτερα έως κακά. όμως τελικά αυτά που λέμε «κακά» – ο θυμός, η περιφρόνηση, η ειρωνία, η απάθεια, η απέχθεια, η αδιαφορία- ίσως τελικά να ναι ο σωστός τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα. πράγματα σαν και αυτά. πράγματα.

τα δώρα είναι πράγματα. γι αυτό και δε μ αρέσουν ίσως. ίσως απλά να το λέω για να φανώ πιο βαθύς από σένα. πάντως τα πραγματικά δώρα είναι ακριβώς αυτό που δε μπορεί να αγοραστεί. μπορεί να συμβολίζεται μέσα από κάποιο πράγμα. αλλά αυτό που κουβαλάει μέσα του έχει την αξία του δώρου, όχι τα μόρια που το απαρτίζουν. αυτό που δεν είναι καν μόρια. το άυλο. Ακριβώς για αυτό το λόγο τα δώρα που έχουν σημασία στη ζωή σου είναι μόνο των δικών σου ανθρώπων. αυτών που αγαπάς. ένα πουκάμισο που σου πήρε μια θεια σου ή ένα πορτοφόλι που σου έφερε μια γνωστή, πλέον σε αφήνουν παγερά αδιάφορο. κάπου σκονίζονται, παλιώνουν και απλά υπάρχουν. το δώρο που έχεις ακόμα είναι αυτό που προστέθηκε μέσα σου όταν ένας δικός σου άνθρωπος έκανε την κίνηση και στο έδωσε. αυτό που ένιωσες εκείνη τη στιγμή. η συγκίνηση για μια ζωγραφιά δική της, η χαρά για ένα τρόπο να εκφράζεσαι, η ευτυχία μιας μόνο φράσης της.

αυτά είναι τα δώρα που μένουν. ο χειρότερος συνδυασμός για δώρο θα ταν ένα πράγμα χωρίς ψυχή, χωρίς λόγο ύπαρξης από έναν από αυτούς που λέμε αγαπημένους ανθρώπους. ο συνδυασμός ενός αγαπημένου σου ανθρώπου να σου δίνει σαν δώρο ενα πράγμα, ένα σκέτο πράγμα χωρίς ψυχή, θα ταν και ο λόγος να αναρωτηθείς γιατί ακριβώς αυτός είναι ένας από τους πιο αγαπημένους σου ανθρώπους.

το πιο αποτυχημένο δώρο μου έχει ήδη δωθεί. πολλά χρόνια πριν. και σχεδόν σε κάθε γενέθλιά μου το θυμάμαι. και ήταν ακριβώς αυτός ο συνδυασμός. κάπου θα υπάρχει, μα δεν έχω ιδέα. αν το δω απλά θα χαμογελάσω πικρά και θα το κρύψω, θα το χαρίσω. Γιατί αυτά τα δώρα ναι! χαρίζονται. χαρίζονται για να μη γυρίσουν πίσω ξανά.

όταν ήμουν μικρός, νέος στη δουλειά μου, είχα ένα σιχαμένο διευθυντή. κάτι σαν διευθυντή. ένας χοντρός, γλοιώδης άνθρωπος γυρνούσε από τάξη σε τάξη και απλά έμπαινε μέσα για να πει κάτι που το θεωρούσε εκείνη τη στιγμή σημαντικό. Είμαι σίγουρος πια πως ούτε και αυτός το θεωρούσε σημαντικό, απλά ήθελε να νιώθει έτσι. Το σακάκι, το άρωμα και το προσεγμένο μουστάκι ήταν κομμάτι αυτής της σημαντικότητας που από μέσα του έλειπε. Σε ένα μίτινγκ προσπάθησε να μάθει και σε μένα πως να πουλάς την πραγματική σου αξία για χάρη της εικονικής αξίας, αυτής που για τον ίδιο – και για τους περισσότερους ανθρώπους όπως καταλαβαίνω ακόμα καθημερινά- είναι πιο σημαντική. Μέσα σε όλες τις άχρηστες συμβουλές του, σχεδόν εντολές, ήταν και η τσάντα στην οποία θα έβαζα τα έγγραφα και τα βιβλία μου. «Μια δερμάτινη τσάντα, μαύρη, σοβαρή, θα δείχνει ότι είσαι καλός καθηγητής. πρόσεχέ τα αυτά, θέλω να σαι σένιος, ωραίος.» Την ξέρω την απάντησή μου αν μου το έλεγε σήμερα. «Δε φαίνεται από εκεί η αξία μου αδερφέ μου. επειδή το έχεις μπερδέψει εσύ μην προσπαθείς να μπερδέψεις κι εμένα σε αυτό.» Φυσικά αν επέμενε θα του εξηγούσα ότι είναι μαλάκας, απλά λέγοντάς του «ε είσαι μαλάκας!». αλλά ήμουν μικρός ακόμα. Και απλά ψέλισσα κάτι. Σίγουρα δε θα έπαιρνα δερμάτινη τσάντα. Έλεος, απλά θα περίμενα να το ξεχάσει! Σιγά. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο το έκανα και με την επίσημη ένδυση στις δημόσιες υποχρεώσεις. Απλά πήγαινα, μετά οι ανώτεροι έκαναν παράπονα για το ντύσιμο μου και μετά τέλος. Και την επόμενη φορά πάλι τα ίδια. Ε όχι να φοράω και γραβάτα ή να γυρνάω στους διαδρόμους με δερμάτινη τσάντα με λουράκι και γυαλισμένο δερμάτινο χερούλι!! Το βράδυ της ίδιας μέρας που ο αρχίδας με «συμβούλεψε» να πάρω μια τέτοια τσάντα, γιατί έτσι αξιολογείται η αξία του ανθρώπου, βρέθηκα με την τότε κοπέλα μου ως συνήθως. Οργισμένος φυσικά και χωρίς να έχω ηρεμήσει, αφού δεν έβρισα τον μαλάκα και ως καλό παιδί κρατήθηκα, της είπα όσα έγιναν. Ακόμα πιο έντονα και εκνευρισμένα από όσο τα γράφω εδώ. Ήταν αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς, μια ημερομηνία κοντά στα γενέθλιά μου, κάπου στην αρχή του Σεπτεμβρίου.

Αν έφτασες μέχρι εδώ, σίγουρα έχεις φανταστεί το χειρότερο δώρο γενεθλίων που μου έκαναν ποτέ. Το βράδυ των γενεθλίων μου λοιπόν, γυρνώντας με το αυτοκίνητο σπίτι της, λίγες μέρες μετά από όλα αυτά, η κοπέλα μου – σημαντικότατος και ίσως ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος εκείνη τη στιγμή- μου έδωσε το δώρο μου μετά από μια σίγουρα ωραία βραδιά που όμως την έχω ξεχάσει. Όμως ποτέ δεν ξέχασα την στιγμή που άνοιξα, όλο χαρά και προσμονή, το δώρο της. Ακόμα ένα κλιπάκι για τη συλλογή μου.Μπορώ να το δω ξεκάθαρα και να νιώσω ακριβώς όπως και τότε κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου και το σκέφτομαι.Η τότε απάθειά της στην ιστορία μου, που με σιγουριά πλέον μπορώ να πω ότι δεν άκουσε καν παρόλη την οργή και το θυμό μου, έγινε το βασικό συναίσθημα που έχω όταν ανακαλώ τέτοιες στιγμές από τότε. Μαζί με μια μικρή δόση απέχθειας για τους ανθρώπους. γενικά.

Από μια μεγάλη, χάρτινη σακούλα έβγαλα έκπληκτος μια μαύρη, δερμάτινη τσάντα. Με δερμάτινο λουρί για να την κρεμάω στον ώμο και γυαλισμένο δερμάτινο χερούλι. Προφανώς είχε ακούσει μόνο την περιγραφή  αυτού του αντικειμένου από όλη την ιστορία, χωρίς να έχει καταλάβει ότι ήταν ακριβώς το αντικείμενο που θα απεχθανόμουν να είχα πάνω μου οπουδήποτε, και ειδικά στη δουλειά μου, αφού θα καταντούσα ίδιος με αυτό το γλοιώδες πράγμα που αυτοαποκαλούνταν διευθυντής μας

«για να δείχνεις κι εσύ σένιος στη δουλειά, όπως ήθελες!» μου είπε χαμογελώντας, όλο χαρά. Την ευχαρίστησα προσπαθώντας να κρύψω το συμπέρασμά μου για εκείνη, που μόλις είχα βγάλει μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου. Τη φίλησα, βγήκε από το αυτοκίνητο και χαρούμενη που είχε βρει το σωστό δώρο για μένα, πήγε σπίτι.

αλέξης π.

 

ένα πένθιμο

•Σεπτεμβρίου 5, 2016 • Σχολιάστε

Αδειος. Τίποτα. Κατι τέτοιες στιγμές είναι που θέλω να φύγω. να μη με ξερει κανεις εκει που θα παω. να μη μου μιλαει κανεις. μονο ο ήλιος να με εχει ξαναδεί και τα αστέρια. Ο σείριος και ο ρίγκελ τους χειμώνες, ο ντενέμπ και ο αντάρες τα καλοκαίρια. Τόσο μακρυα που αυτά τα αστέρια να τα βλέπω στις αντίθετες εποχές από αυτές που έχω συνηθίσει να τα ψάχνω εκει πάνω.

Να πεθάνω ένα πένθιμο. όχι στην κυριολεξία. μα να πεθάνω από δω, να γεννηθώ αλλού. Να φυτρώσω. να μη με γεννησε κανεις, να μην εχω γονεις, οικογένεια, φιλους και φίλες, αγαπημένες κι ερωμένες. αληθινές και ψεύτικες, σωστές και λάθος. τίποτα. να μην υπάρχει κανείς που θα πει «αυτόν? τον ξερω αυτόν. Ακου να σου πω ιστορια να δεις περι τι μαλακα προκειται/περι τι μαγκα πρόκειται/περι τι άχρηστου πρόκειται/περι τι άξιου πρόκειται.» Τίποτα! Να μην ξέρει τίποτα κανένας. ούτε κι εγώ στην πραγματικότητα. να με μαθω ξανά.

Και να σαι κι εσύ εκεί να με μάθεις ξανά. εσυ που δεν σε ξέρω και δε με ξέρεις όμως. Να σαι κι εσύ εκει να χαμογελάσεις σε ενα ξένο. Να μάθεις γι αυτόν μονο απο αυτόν. από κανενα αλλο. ούτε καλα ούτε κακα. ουτε αθλια ούτε τέλεια. Να τα ανακαλύψεις όλα μόνη σου. Να ξεκινήσεις από δυο μάτια που σε κοιτάν και να τα ακούσεις πριν καν σου μιλήσω. πριν καν πω γεια να στα εχω πει όλα. Να δω τα ματια σου να μου μιλούν πίσω πριν πω το πρώτο αστείο. πριν από το άγχος μου κοκκινίσω. Πριν προλάβουν να ιδρώσουν τα χέρια μου καθως θα σε χαιρετάω με μια σχεδόν φιλική χειραψία, να τα έχεις νιώσει να σε χαιδεύουν. Να με έχεις ακούσει να σου τραγουδάω προτού μάθεις τη χροιά της φωνής μου. όλα από μένα, μόνο από μένα, καθώς κι εγώ ακόμα θα με μαθαίνω.

Κάτι τέτοιες φορές, με κάτι τέτοιους ανθρώπους, πληγώνει αυτό. Γιατί με τους περισσότερους δεν καταφέρνει τίποτα. αλλά με κάτι τέτοιους ανθρώπους, που έχεις φανταστεί τη ζωή πριν καν την πρώτη βόλτα μαζί τους, πληγώνει. θανάσιμα. με την έννοια του θανάτου από εδώ. από τη μίζερη ζωή στο μικροπρεπές μας χωριό. που καθένας ξέρει. ξέρει. θα σου πει. γιατί ξέρει. το κάθε τυχαίο ον. ξέρει. και λέει. και κρίνει. και φυτεύει ιδέες. και ξέρει κι άλλες ιστορίες. και ξέρει. μα ξέρει! και λέει. γιατί ξέρει. κάθε τυχαιότητα που ούτε που σε ξέρει, ξέρει!

Μην ακούς. ακόμα δεν έφτασε η φωνή μου στα αυτιά σου. Μη νοιώθεις. ακόμα δε σε άγγιξαν τα τρεμάμενα χέρια μου. Μην μιλάς. ακόμα δε σχηματίστηκε η γλώσσα σου απο τα φιλιά μου. Μην κρίνεις. ακόμα δεν με ρώτησαν τα μάτια σου. Μην αποφασίζεις. ακόμα δεν απολογήθηκα με τη ζωή μου.

Σου μιλάω μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα πιο δυνατά, ακου εμένα! μόρια αέρα συγκρούονται, φτιάχνουν τη φωνή μου, νιώσε το τρέμουλο! ψάξε βαθιά την κατασκευή μου, κάθε μικρό ελατήριο, και μετά μίλα μου! Δες τα μάτια μου να σου μιλούν και μετά κρίνε με! Άσε με να σου απαντήσω με ζωή και ύστερα αποφαίνεσαι.

με ζωή θα απαντάω σε όλα. όλα είναι μόνο όσα με ενδιαφέρουν. με ζωή. το κόλπο με τα λόγια το έχουν και όλοι οι άλλοι που με ξέρουν. που ξέρουν. που θα σου πουν αυτοί για μενα. εγώ όμως έχω τον τελευταίο λόγο. εγώ μόνο μπορώ να απαντήσω με ζωή.

ασε κάποια στιγμή τον τελευταίο λόγο σε μένα. μόνο αυτό.

αλέξης π.

«Με κάνει να μιλάω, την κάνω να γελάει»

•Μαρτίου 12, 2016 • Σχολιάστε

Με κάνει να μιλάω. Πόσο μου χει λείψει ο άνθρωπος που θα με κάνει να μιλάω. Ελάχιστες στιγμές τα τελευταία χρόνια. Πόσο μάλλον όταν τις στιγμές που αποφασίζεις να μιλήσεις, ο άνθρωπος που θα αποφασίσεις να μιλήσεις σε χλευάζει. Γι’ αυτό που λες εκείνη την ώρα. Δεν το πιστεύει. Και φταις κι εσύ που δεν το πιστεύει αλλά και οι προηγούμενοι άνθρωποι που την πρόδωσαν στη ζωή της. Κι έτσι το φταίξιμο πηγαίνει από άνθρωπο σε άνθρωπο και απλώνεται τόσο που τελικά είναι σα να μη φταίει κανείς. Δε φταίει κανείς που οι άνθρωποι είναι κακοί, που σκέφτονται με δόλο και συμφέρον, που σε κάνουν να μη μιλάς σε άνθρωπο χρόνο με το χρόνο. Καιρό με τον καιρό. Και τελικά αποφασίζεις ότι θα μιλάς σε δύο τρεις ανθρώπους. Που είναι φίλοι. Και μερικοί φίλοι είναι τέτοιοι μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο. Μου θυμίζω κοριτσάκια που είχα κατά καιρούς δίπλα μου και είχαν μια αδερφική φίλη που τώρα δεν υπάρχει στη ζωή τους. Μου συνέβη σε μεγάλη ηλικία θαρρώ αυτό. Λίγο γιατί είμαι τυχερός και λίγο γιατί δε μιλάω. Δε μιλάω εδώ κι εκεί. Οι άνθρωποι ξέρουν περισσότερα για μένα όχι από μένα. Πολυ λίγοι άκουσαν για μένα περισσότερα από όσα έχουν ακουστεί γενικά. Και τελικά τι πειράζει? Τι είσαι τελικά? Είσαι αυτό που είσαι κι εξηγείς σε όλους τους γύρω σου ή μήπως αυτό που ακούγεται από τους περισσότερους ότι είσαι? Δε βιάζομαι να απαντήσω πιο σοφός τωρα. Πιο σοφός μετά από τόσα χρόνια που είδα στη ζωή μου ανθρώπους πολύ κοντά μου, ανθρώπους του «σ΄αγαπώ», να μου περιγράφουν καθημερινά κάποιον που ΔΕΝ είναι. Κάποιον που θά θελαν να είναι. Και πίσω απο τις περιγραφές του τι θα θελαν κρύβονται οι ίδιοι. Φοβάμαι ότι μπορεί να χουν δίκιο οι πολλοί. Φοβάμαι πως περιγράφω τι θα θελα, αλλά είμαι κάτι άλλο. Πότε έτσι πότε αλλιώς νιώθω. Γι αυτό δε βιάζομαι να απαντήσω. Είμαι πιο σοφός τώρα. Παιρνούν τα χρόνια και καταλαβαίνω τους ανθρώπους καλύτερα τώρα. Που και που γίνομαι κι εγώ σαν αυτούς. Που και που μ αρέσει. Κυρίως όμως το σιχαίνομαι. Μεγαλώνοντας καταλαβαίνω. Κι αυτό που κατάλαβα είναι πως πρέπει να ζεις τη στιγμή σαν τίποτα άλλο. Το γράφει κάθε μικρός άνθρωπος με ευκολία στο φεισμπουκ, το κάνει μοτό στο ινσταγκραμ, αλλά παίρνει χρόνια να το καταλάβει κανείς, θαρρώ. Καμία αντίθεση δεν υπάρχει εδώ. Τελικά όσο μεγαλώνω και ωριμάζω καταλαβαίνω πως πρέπει να ζεις τις στιγμές. Ενώ νομίζουν όλοι ότι μεγαλώνοντας σταθεροποιείσαι. Συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο. Ωριμάζοντας καταλαβαίνεις πόσο μικρή και πολύτιμη είναι η κάθε στιγμή. Πρέπει να βγάλεις από κάθε στιγμή κάτι. Γιατί καμιά δε σου κάνει το χατήρι να γυρίσει πίσω. Με κάνει να μιλάω. Πόσο όμορφο, πόσο μου έλειψε.

Την κάνω να γελάει. Ας το αλλάξω λίγο. Να θέλω να την κάνω να γελάει. Αυτό μου έλειψε ναι. Το προηγούμενο όχι. Είμαι τυχερός, έξυπνος και τα καταφέρνω στο προηγούμενο. Οι άνθρωποι γελούν μαζί μου, πολλοί με προσέχουν, πολλοί μαθαίνουν. Και κάποιοι με ερωτεύονται. Είμαι τυχερός σ αυτό. Και μ αρέσει πολύ και αυτό. Πάρα πολύ μερικές φορές. Αλλά να θέλω να την κάνω να γελάει. Πόσο μου έχει λέιψει ο άνθρωπος που θα θέλω να τον κάνω να γελάει. Καθημερινά. Συνέχεια. Κάτι να σκαρφίζομαι απλώς για να γελάει. Εδώ ναι.. υπάρχει αντίθεση. Είναι δύσκολο να μπουν και τα δύο στην ίδια πρόταση. Όπως εύκολα κάνεις εσύ. Είναι αντίθετες οι εννοιες για μένα νομίζω. Γι αυτό που είμαι. Γι αυτό που έγινα τριάντα χρόνια τώρα που σφυρηλατούμαι. Κάθε ανάμνησή σου και μια σφυριά. Μαζί με τόσες τόσες άλλες. Ένα γλυπτό που συνέχεια αλλάζει το σώμα μου. Ένα κέρινο άγαλμα που ζεσταίνεται και αλλάζει σχήματα η ψυχή μου. Ναι. Αλλάζω κι εγώ. Συνέχεια. Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι αλλάζουν πιο εύκολα. Τείνει ο κόσμος, τείνει η ανθρώπινη φήμη να σε κάνει να πιστέψεις ότι μεγαλώνοντας σκεβρώνεις. Μα αυτό είναι το παράλογο. Μεγαλώνοντας αλλάζεις. Γιατί καταλαβαίνεις πιο εύκολα ότι όλα αλλάζουν γύρω σου. Άλλη μια φαινομενική αντίθεση που ένας σκέτος άνθρωπος θα πιστεύει σε όλη του τη ζωή. Που ένας σκέτος άνθρωπος, και συνέχεια άνθρωπος, θα διαλαλά σα μια αλήθεια που ανακάλυψε μετά από κόπο ενώ απλά άκουσε ομοίους του να την επαναλαμβάνουν συνέχεια.

Η μόνη αντίθεση για μένα είναι αυτή. Αυτή που εύκολα θα χρησιμοποιήσεις σε μια σου όμορφη στιγμή. Αυτή που ιδέα δεν έχεις ότι έγινε η αφορμή μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου να γραφτούν όλα αυτά. Να μπουν αυτές οι δυο μικρές προτάσεις μαζί. Σε μία. Στο ίδιο σύνολο. Γιατί εγώ όταν μιλάω όπως θέλω δύσκολο μόνο να γελάς. Θα θες να φύγεις πολλές φορές. Να πας στα γέλια. Να πας στα καλά. Στα εύκολα. Στα μόνο όμορφα. Αυτό είναι ένας άνθρωπος που δεν αλλάζει όμως. Αυτό είναι ένας σκέτος άνθρωπος. Γιατί εγώ όταν θα σου μιλάω δε θα γελάς μόνο. Θα ακούς σοβαρά, θα τρέμεις, θα βουρκώνει, θα αηδιάζεις, θα κλαις, θα γελάς ξανά. Γιατί έτσι έιναι η ζωή. Η ζωή που αγαπάμε και μας αγαπάει μας τα μαθαίνει όλα. Μας κάνει να τα ζούμε όλα. Σε στιγμές. Στιγμές γέλιου. Αγωνίας. Φρίκης. Ευτυχίας. Θλίψης. Λαγνείας. Ένα παιδί περπατάει με τα χέρια μόνο για να γελάσει. Αν κουραστεί σταματά. Ένα παιδί ακούει την ιστορία σου μόνο αν το κάνει να γελά. Αν το φέρει σε θέση δύσκολη φεύγει. Μα εγώ είδα ένα φίλο που δε μπορούσε να περπατήσει ούτε στα πόδια του πρόσφατα. Κι έκλαψα μόνος μου το ίδιο βράδυ. Μα εγώ άκουσα μόνο πόνο από σένα μερικά βράδια. Πόνο που πηγάζει από τη ζωή σου όλη όχι μόνο από μένα. Και συμφιλιώθηκα μαζί σου και κοιμήθηκα δίπλα σου, παρά την ασχήμια σου που ακόμα με ταράζει. Να λοιπόν πως όταν ζήσεις πιο πολύ καταλαβαίνεις πως πρέπει να αλλάζεις. Να είσαι εξελίσιμος σαν το γενετικό σου υλικό. Να αλλάζεις σχήμα σαν το σύμπαν το ίδιο. Μη προσαρμόσιμος είναι και αυτός που μένει σταθερός στην ιδέα της μόνιμης ευτυχίας, της χαράς, του γέλιου και μόνο.

Η μόνη αντίθεση για μένα, λοιπόν, είναι αυτή. Να βάλω αυτές τις φράσεις στην ίδια πρόταση. Αυτές τις αντιθέσεις σε ένα βάζο. Ένα λουλούδι κι ένα αγκάθι μαζί. Αλλά μεγάλωσα. Κι αυτές οι αντιθέσεις μοιάζουν η ζωή η ίδια. Και γίνεται κι αυτό, θαρρώ. Καποια στιγμή θα γίνει. Το εύχομαι που και που. Που και που μ αρέσει..

«Με κάνει να μιλάω, την κάνω να γελάει»

Αλέξης Π.

μέχρι τότε

•Νοεμβρίου 8, 2015 • Σχολιάστε

Σίγουρα.

Η χειρότερη περίοδος της ζωής ενός ανθρώπου είναι αυτή. Σίγουρα ακόμα και ο διαρκής θυμός, το πάθος με τα μέγιστα και τα ελάχιστα, ο πόνος ο ψυχικός ή ο βιολογικός είναι καλύτερα. Πόσο μάλλον όλες οι περίοδοι με θετικά μόνο συναισθήματα. Το χειρότερο είναι η απάθεια. Η απάθεια προς τη ζωή που πηγάζει απ τη μοναξιά.

Και εννοω τη μοναξιά. Την ένοιωσες ποτέ τη μοναξιά? Εγώ αλήθεια ποτέ μέχρι τώρα. Γιατί όποτε μ’ άφηνε μόνο μια αγάπη είχα να πάω στους φιλους να δούμε μια ταίνια, να πιούμε μια μπυρα και να ξεχαστώ. Η συνειδητά να μου θυμίζουν ότι και η αγάπη σημαντική είναι, κι άλλο τόσο σημαντικό που χάθηκε, αλλά η ζωή είναι σημαντικότερη. Κι όταν δεν είχα τους αντίστοιχους φίλους, που ειλικρινά μέχρι τώρα μάλλον ήμουν τυχερός ή τυφλός σε αυτό, υπήρχε η αγάπη να γεμίζει κάποια αντίστοιχα κενά. Πιο πολύ η αγάπη και φίλος μαζί. Πιο πολύ κάτι σαν εσένα που σε παρατούσα συνεχώς. Εσύ που συνεχώς με παρατούσες ταιριάζεις μάλλον στην πρώτη περιγραφη της αγάπης. Βρείτε τα. Ποιος είναι ποιος. Δεν με νοιάζει. Βρείτε τα. Κι εσείς φίλοι βρείτε τα. Βρείτε ποιοι είστε φίλοι και ποιοι όχι. Βρείτε αν αξίζει να σας λέω φίλους κι αν όχι. Είμαι τυχερός κατά μια έννοια. Γιατί κανείς από τους φίλους δε μπαίνει εδώ κι έχω μια κάποια ελευθερία να γράφω. Πιο ελεύθερα.. Πόσο περίεργο κι αυτό ε? Κανείς από τους φίλους δεν ξέρει ότι γράφω, δεν ξέρει ότι σκέφτομαι έτσι, δεν ξέρει ότι κλαίω, δεν ξέρει ότι είμαι μόνος. Κανεις ποτέ από τους φίλους δεν έδινε παραπάνω σημασία στη μουσική μου απ’ ότι οι ξένοι. Κανείς από τους φίλους δεν έδινε ποτέ σημασία στα γραπτά και στους στίχους μου από κάποιον ξένο που δε γνώρισε τίποτα από μένα παρά τους στίχους μου. Κι ενθουσιάστηκε. Οι φίλοι δεν ενθουσιάζονται με τίποτα. Οι φίλοι έχουν μια περίσσεια έλξη στο να μειώνουν. Στο να χλευάζουν το δημιουργικό. Στο να εξυψώνουν τους εαυτούς τους. Εγώ το σταμάτησα αυτό για τον εαυτό μου εδώ και καιρό. Σταμάτησα να έχω επιμονή στο να ακούσεις τη μουσική μου, στο να καταλάβεις τους στίχους μου, στο να έρθεις στα λαιβ μου, στο να διαβάσεις τις σκέψεις μου. Σταμάτησα να έχω οποιαδήποτε απαίτηση. Αρχικά από τους φίλους. Μετά απ τις αγάπες. Και πάντα από όλους τους άλλους.

Και αυτό έρχεται να δημιουργήσει μοναξιά. Τώρα το καταλαβαίνω. Είναι καταπληκτικό όταν αφήνεις τους ανθρώπους τελείως ελεύθερους να επιλέξουν θα επιλέξουν πάντα το ευκολότερο. Το πιο γελαστό. Το πιο απλό στη σκέψη. Το πιο ευγενές. Το πιο κοινωνικό το πιο ανοιχτόκαρδο στην όψη. Το πιο εύκολο. Το πιο εύκολο. Ακόμα και οι φίλοι. Αυτό είναι το καταπληκτικό. Οι ξένοι προτιμούν τη δημιουργικότητά σου ΜΟΝΟ. Οι φίλοι προτιμούν άλλους αφού αυτή η δημιουργικότητα έρχεται πακέτο με μιζέρια, με «παράπονα», με βαθιές σκέψεις, με πολυπλοκότητες, με εκνευρισμούς κι όχι με χαμόγελα, με χαιδέματα, με ανέκδοτα, με ωραία λόγια χωρίς ΚΑΝΕΝΑ νόημα. Αυτό είναι μάλλον το μυστικό. Το ΜΗ νόημα. Στο ΜΗ νόημα χτίζονται οι σχέσεις των ανθρώπων, φυσικά όχι όλων. Στο ΜΗ νόημα στήνονται οι πιο ωραίες παρέες, φυσικά όχι όλες.

Αλλά θα μείνω μόνος. Ναι θα μείνω μόνος απ το να γίνω ένας άνθρωπος χωρίς νόημα. Δε θέλω να μου μιλάει κανείς. Θέλω να βγάζει καταρχήν νόημα αυτό που σου λέω. Θελω να σαι όμορφος για να στο πω φίλε. Θέλω να δω την προσπάθειά σου για να σου πω μπράβο φίλε. Θέλω να σαι σωστός για να σε αγκαλιάσω φίλε. Ποτέ άνθρωπος χωρίς νόημα, ποτέ λόγια χωρίς νόημα κι ας σε χάσω φίλε.

Κι επιλέγω το μόνο που μένει. Επιλέγω το μόνο.

Θα φοβόμουν λίγο καιρό πριν και θα γύριζα σε σένα. Σε σένα και σε σένα. Θα φοβόμουν πριν από λίγο καιρό και θα προχωρούσα σε σένα. Σε σένα και σε σένα. Θα φοβόμουν πριν από λίγο καιρό και θα έψαχνα για ένα και δυό και τρεις φίλους ακόμα. Αλλά όχι. Τριάντα χρόνια ζωής με νόημα μου λένε όχι. Όχι. Μόνος. Μέχρι να βρεθούν φίλοι με νόημα, χωρίς να αποκλείεται να είναι τα ίδια πρόσωπα. Μέχρι να βρεθούν αγάπες με νόημα, χωρίς να αποκλείεται να είναι τα ίδια πρόσωπα.

Και ναι. Τότε, ελίτσα μου, τότε θα αγωνιστώ. Και ναι. Τότε φίλε μου, τότε θα αγωνιστώ. Μέχρι τότε μόνο θα γίνομαι καλύτερος. Μέχρι τότε μόνο θα κλαίω μόνος μου. Γιατί να κλαίς έχει νόημα μόνος. Η κοντά σε ανθρώπους με νόημα. Μέχρι τότε λοιπόν..

Αλέξης Π.

Να πειράζει

•Ιουλίου 18, 2015 • Σχολιάστε

Είμαι τριάντα πια. Και με πειράζουν πολλά πράγματα. Και δεν έχω υπομονή για πολλά πράγματα. Απορώ πως για σένα είχα τόση. Είναι αρρώστια η υπομονή μετά από λίγο. Είναι κατάρα. Γιατί είναι ο βασικότερος τρόπος να χάνεις ζωή. Η ζωή κυλάει κι εσύ κανεις υπομονή. Η ζωή κυλάει κι εσύ λες δεν πειράζει. Αξίζει λίγο υπομονή ακόμα. Όχι. Πειράζει. Η καριολιά πειράζει και πρέπει να πληρώνεται. Και για τους ανθρώπους που είναι πια στα τριάντα, τις καριόλες και τους καριόληδες που είναι πια τριάντα, δυστυχώς το να αλλάξουν τώρα πια φαντάζει πολύ δύσκολο. Έχουν μεγαλώσει έτσι, έχουν σφυρηλατήσει τις απόψεις τους, δεν σηκώνουν κουβέντα κι όσο πούστικα κι αν φέρονται θα βρουν πάντα τρόπο να φύγουν, να φτύσουν, να λεηλατήσουν ψυχές με το κεφάλι ψηλά. Και πάντα με μια μικρή, άρρωστη δόση χαράς. Χαράς του πρωτόγονου που μόλις ξερίζωσε την καρδιά του πολεμιστή της γειτονικής φυλής. Το αίμα, το ψυχικό αίμα άλλων τρέφει αυτούς τους ανθρώπους. Και καμία τιμωρία δεν θα τους αλλάξει πια. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους θα μείνουν τα ζώα που είναι. Θα βρουν νευραλγικές θέσεις στην κοινωνία για να έχουν μια ευρύτερη αποδοχή και να αποτελούν ανάγκη για πολλούς ανθρώπους. Θα κρύψουν την καριολιά τους, την έμφυτη πια παλιανθρωπιά τους κάτω από σακάκια ή ταγιέρ, πίσω από γραφεία προεδρικά ή πολυθρόνες δερμάτινες. Άρωμα πάνω από τη βρώμα τους. Αιθέρια έλαια πάνω από τη μπόχα τους.

Είμαι τριάντα χρονών πια και δεν είμαι παλιάνθρωπος. Και καταλαβαίνω τελικά πως αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά μου. Κανένα πτυχίο, κανένα κορίτσι, κανένα αμάξι, κανένα λεφτό. Δεν είμαι παλιάνθρωπος και σιχαίνομαι τους παλιανθρώπους. Θέλω αυτομάτως να νεκρωθούν όλοι. Τώρα. Με μια μαγική συσκευή να πάψουν να κάνουν κακό στον υπόλοιπο κόσμο. Θα δείτε ανθρώπους να νεκρώνονται που ούτε που πήγαινε το μυαλό σας. Ευχαριστώ τον πατέρα μου που δεν άφησε να γίνω παλιάνθρωπος. Το μεγαλύτερό του επίτευγμα πάνω μου. Και νομίζω ότι θα μου έμοιαζε πολύ και στα δικά του τριάντα. Λέω φράσεις και κάνω πράγματα που κάνει κι αυτός ακόμα και σήμερα και προσποιούμαι ότι δυσανασχετώ. Αλλά χαίρομαι τόσο πολύ! Χαίρομαι που ένας απλός δάσκαλος που δεν έκανε «τίποτα» στη ζωή του είναι ο σοφότερος άνθρωπος του κόσμου! Τίποτα δεν έκανε, απλά έκανε σωστούς ανθρώπους εκατοντάδες παιδιά που πέρασαν από τις τάξεις του. τίποτα ιδιαίτερο. Φαντάζομαι ένας διευθυντής που ασχολείται με λεφτά και νομικές πουστιές όλη μέρα είναι πολύ πιο χρήσιμος στην κοινωνία των κωλανθρώπων.

Είμαι τριάντα χρονών κι ευτυχώς δεν είμαι παλιάνθρωπος. Με πείθουν γι αυτό αρκετά συχνά οι σκατάνθρωποι που άφησα να κυκλοφορούν στη ζωή και στην ψυχή μου. Κάνουν πράγματα ντροπιαστικά για κάθε απλή ύπαρξη για να φανούν δυνατοί. Αθλιότητες για να την σκαπουλάρουν με την πούστικη μορφή τους. Και πείθομαι ότι εγώ δεν θα τα έκανα ποτέ όλα αυτά. Θα προτιμούσα να χάσω. Καλύτερα να χάσω παρά να πουληθώ. Καλύτερα να χάσω παρά να βρωμάω. Καλύτερα να χάσω παρά να δηλητηριάσω. Καλύτερα να χάσω παρά να σκοτώσω ψυχές. Καλύτερα να χάσω παρά να γελάσω με τη μιζέρια του άλλου. Καλύτερα να χάσω παρά να μειώσω τους γύρω μου για να φανώ ανώτερος. ευτυχώς δεν είμαι παλιάνθρωπος. Ευτυχώς βρέθηκαν τέτοιοι στο δρόμο μου για να καταλάβω πράγματα για μένα. Αλλά δεν τους ευχαριστώ γι αυτό. Δεν αξίζουν ευχαριστίες, συγγνώμες, συμπόνιες οι σκατάνθρωποι γύρω σας. Μακάρι να μουν τόσο πράος που να μπορούσα. Αυτό μου λείπει. Αλλά να μου λείπει. Μου φτάνει που δεν είμαι παλιάνθρωπος. Μου φτάνει.

Οι μικροί άνθρωποι. Αυτοί μπορουν να πάρουν όποιο δρόμο μάθουν. Κι αν μάθουν στο δρόμο της καριολιάς, κάποια στιγμή θα γίνει γονιδιακό και θα το κουβαλούν για πάντα μαζί τους. Στους μικρούς ανθρώπους που έχουν όλα τα στοιχεία να γίνουν δολοφόνοι ψυχών υπάρχει μεγάλο νόημα να τους δείξεις άλλο δρόμο. Στους μικρούς σε ηλικία ανθρώπους που έχουν όλες τις ενδείξεις ότι αν συνεχίσουν έτσι θα φέρθούν πούστικα σε πολλούς ακόμα, έχει νόημα να τους χαστουκίσεις με κάποιο τρόπο. Γιατί υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να αλλάξουν δρόμο. Κάτι ακόμα που ήρθε με τα τριάντα μου χρόνια είναι να τους ξεχωρίζω αυτούς τους ανθρώπους. Μικρές κοπέλες που αθώα και ψεύτικα τώρα φλερτάρουν και πηδιόνται με δυο ή τρεις την ίδια εποχή, μαλακισμένα αγόρια που λένε «σ αγαπω» ίσα για να χύσουν κάποια και να φύγουν, κωλοπαίδια που σχολιάζουν με τόση ασχήμια τους συμμαθητές που δεν ταιριάζουν με τη δική τους συμπεριφορά, καριολίτσες που θεωρούν ότι οι άνθρωποι άλλων λαών βρωμάνε. Τυχαίνει περισσότερο να συναντώ κοπέλες που καταλαβαίνω ότι θα γίνουν οι σκατάνθρωποι που περιγράφω παραπάνω όταν γίνουν κι αυτές τριάντα χρονών. Δεν είναι ακόμα. Γιατί ακόμα είναι μικρές. Και φαίνονται όλα αστεία όταν είσαι μικρός. Αν μπορώ να κάνω κάτι για να μη γίνουν παλιάνθρωποι καποιοι ακόμα αθώοι θα το κάνω. Και να το κάνεις κι εσύ. Ας μη λέμε πάντα «δεν πειράζει». Το «δεν πειράζει» οπλίζει το κακό. Οπλίζει την παλιανθρωπιά. Την πούστικη συμπεριφορά. Στην αρχή για πλάκα και μετά απο μια έμφυτη κακία και καριολιά που ούτε και ο ίδιος ο παλιάνθρωπος δεν ξέρει από που προήλθε ή δεν την αναγνωρίζει καν. Ας μη λέμε πάντα «δεν πειράζει». Μη λες πάντα «δεν πειράζει». Να πειράζει. Το λέω σε σένα που τα μάτια σου μου έιπαν όσο σε είχα μαθητή ότι παλιάνθρωπος δε θα γίνεις. Φρόντισε να μη γίνουν και οι γύρω σου.

Αλέξης Π.

μην ακούς

•Ιουλίου 2, 2015 • Σχολιάστε

Κοίτα μόνο τα μάτια τους. Μόνο αυτό να κάνεις με τους ανθρώπους. Όλους. Και αυτούς που ντύνονται άνθρωποι μόνο. Ειδικά αυτούς. Μην ακούς τι λένε. Απλά μην ακούς τι λένε. Το μόνο που πρέπει να σταματήσεις να κάνεις. Μόνο να τους κοιτάς καθώς μιλάνε. Μέσα στα μάτια. Όχι στα τηλέφωνα, όχι στα μηνύματα. Πάντα μέσα στα μάτια. Μην πιστεψεις τίποτα άλλο εκτός από αυτό που θα δεις. Μην πιστέψεις τίποτα άλλο που αντηχεί στα αυτιά σου ή είναι γραμμένο. Βασίσου μόνο στην έβδομη αίσθηση σου. Ξεκινά να γίνεται όπλο όταν θα αρχίσει να γίνεται βίωμα. Όταν η ψευτιά σε όλες τις άλλες αισθήσεις αρχίζει να γίνεται εμμέσως αισθητή. Τότε το όπλο σου είναι αυτή, η μόνη εμπιστεύσιμη, η έβδομη αίσθηση.

Θα αρχίσει να σε κατακλύζει η γνώση της όταν την κοιτάξεις μες τα μάτια και αυτά που λέει κάνουν fadeout. Και αρχίζεις να ακούς τι περνά από το μυαλό της εκείνη την ώρα. Όταν διαπερνάς το γλυκό βλέμα και μπαίνεις πιο μέσα, με μόνο τρόπο εισόδου πάντα τα μάτια. Βαθιά μέσα στα μάτια κοίτα τους. Οι πιο καλά εκπαιδευμένοι «άνθρωποι» σε αφήνουν να τους κοιτάξεις όσο θες. Είναι σίγουροι ότι δε θα «ακούσεις». Γιατί τα πραγματικά ηχητικά κύματα που δημιουργούν καθώς τους κοιτάς είναι γλυκά και όμορφα και πολλά υποσχόμενα. «άκου». την ώρα που στα τύμπανά σου μανιωδώς  χτυπούν όμορφα κύματα. Την ώρα που επικρατεί ο γλυκοψεύτικος λόγος της, εσύ μπες βαθιά μέσα από τα μάτια της και «άκου». Άκου πως γίνεται το «δε γίνεται αλλιώς» να σημαίνει «με την πρώτη ευκαιρία θα το κάνω να γίνει αλλιώς» . Μείνε λίγο στα ματια της και νιώσε το «σ αγαπώ», που χρειάζεται αέρας για να ακουστεί, πως χαμηλώνει και αυξάνει η «φωνή» που λέει «είμαι μόνη και δε μπορώ μόνη». Μάθε να ξεχωρίζεις ότι το «ας αναβάλλουμε για λίγο αργότερα» σημαίνει » θα σου γαμήσω την ψυχή όταν σιγουρευτώ ότι δεν θα μαι μόνη».

Επιτέλους μάθε. Μάθε τους ανθρώπους εκεί γύρω σου. Μάθε ότι τα ντυμένα ζώα πάντα θα είναι οι νικητές σε όλο αυτό. Τα γλυκά τέρατα με ωραία χροιά στον σωστά πλασμένο λόγο τους πάντα θα έχουν το κεφάλι ψηλά μπροστά στους άλλους. Πάντα θα κοιμόνται ήσυχα ροχαλίζοντας με ρυθμό..

Σταμάτα να ελπίζεις σε δικαίωση και αγάπη εκφρασμένη αένα, και κοίτα τους «ανθρώπους» στα μάτια. Θα αναπτύξεις κι εσύ αυτό το χάρισμα. Το χάρισμα να μη σε λυγίζουν ψευτιές, αδυναμίες, απανθρωπιές, φόβοι άλλων. Το χάρισμα να καταλαβαίνεις το συμφέρον, την πονηριά, την πουστιά, την αχαριστία με μια μόνο ματιά. Μια μόνο ματιά κάποτε θα φτάνει.

Μια μόνο ματιά κάποτε θα φτάνει.Θα μάθω κάποτε μια μόνο ματιά να μου φτάνει για να ακούσω.

Τώρα έχω ανάγκη κι άλλες.

Τώρα έχω ανάγκη κι άλλες ματιές σου.

Αλέξης Π.

εγώ όχι

•Μαΐου 29, 2015 • Σχολιάστε

«Και πως ήθελες να ναι? Θυμήσου. Τα βαριά αισθήματα φέρνουν και βαριές λέξεις. Και μετά τις κουβαλάς. Θυμήσου. Εσύ έχεις πολλά περισσότερα χρόνια για να ανακαλέσεις θύμησες. Πολύ περισσότερο καιρό σου πήρε η ζωή κι ακόμα δεν κατάλαβες. Με ρωτάς. Γιατί με ρωτάς? Δε μιλάω πολύ. Μα τα θυμάμαι όλα. Νομίζεις πως δε θυμάμαι? Επειδή έτσι σου λέω? Όχι. Δεν το πιστεύω αυτό για σένα. Ξέρω πως δεν είσαι τόσο απλός. Τόσο απλός για να πιστεύεις το «δεν ξέρω» μου, το «δεν θυμάμαι»  μου. Κι όμως ρωτάς. Ρωτάς και ξαναρωτάς. Περιέργεια. Ανασφάλεια. Ή απλά τρόπος να πιάσεις συζήτηση. Να ακουστεί κάτι μέσα στο αυτοκίνητο. Μα ας μην ακουστεί τίποτα. Αφού κι εσύ τέτοιος είσαι σαν εμένα. Ας μην ακουστεί τίποτα λοιπόν. Γιατί δεν σταματάς? Γιατί δεν το βουλώνεις πια? Θα πάρω θάρρος και θα βρώ τον τρόπο! Θα πάρω θράσος και θα σε φιλήσω!

Θυμάμαι καθετί. Που πήγαμε. Κάθε σου λέξη. Κάθε μικρή κίνηση με το δεξί χέρι σου πάνω μου. Κάθε ανάσα που έπαιρνες κι έπεφτε πάνω μου. Θυμάμαι να κλείνω τα μάτια και να με φιλάς. Θυμάμαι κάθε κύτταρό σου στα χείλη μου. Θυμάμαι κάθε μόριο μυρωδιάς σου. Θυμάμαι την ιδρωμένη σου παλάμη πάνω στο πρόσωπό σου. Τα θυμάμαι όλα. Αλλά «δε θυμάμαι». Φυσικά. Γιατί τα μεγάλα λόγια φέρνουν μεγάλες συγκινήσεις. Οι βαριές λέξεις βαριά αισθήματα. Ή το αντίθετο. Θυμάμαι την πρώτη φορά. Τη δεύτερη. Την τρίτη. Την τέταρτη. Όλες ξεχωριστά. Σε κάθε λεπτομέρεια. Και τις θυμάμαι όλες μαζί μπορεί μέσα σε μια στιγμή. Μια χρονική ή τοπική στιγμή. Σε μια νότα ή ένα bit από κομμάτι active member.

Αλλά μη ρωτήσεις ξανά. Γιατί μπορεί να μην κρατηθώ. Απλά σε κοιτάω για να καταλάβεις ότι δεν γίνεται να μη θυμάμαι. Απλά το βλέπεις κι εσύ. Μη ρωτάς λοιπόν. Άφησα τα δάχτυλά μου να στο πουν όταν δειλά αγκάλιασαν ένα κομμάτι σου. Άφησα τα μαλλιά μου να στο πουν όταν τα άφησα λυτά πάνω σου. Άφησα τα χείλη μου να στο πουν και το δέρμα μου, όταν κόλλησαν όσο τα άφησες πάνω στα δικά σου. Ήμουν σαφέστατη. Η συζήτηση για θύμησες θα τελειώσει εδώ. Ό,τι άλλο θες. Ό,τι άλλο θες στο τώρα. Και στο μετά. Και στο πάντα. «