Να είμαι εγώ

•Δεκέμβριος 6, 2017 • Σχολιάστε

Ξαφνικά βρέθηκα σε ένα άδειο σπίτι, σχεδόν γιαπί, σε κάποιο ημιόροφο πολυκατοικίας στην Πάτρα, ίσως κοντά ή πίσω από τα ψηλά αλώνια. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να ήμουν εκεί και με το που επανήλθαν οι αισθήσεις μου είχα την αίσθηση πως πρέπει να βιαστώ πριν με καταλάβουν. Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλιά και χωρίς να μου θυμίζει κάτι αυτό το κτήριο καβάλησα μια μηχανή. Υποτίθεται ότι ήταν ένα μωβ VStrom αλλά μου έμοιαζε μικρότερο από το πραγματικό. είχα μεγάλη δυσκολία στο να την οδηγήσω. «Είδες τόσος καιρός χωρίς μηχανή τι σου κάνει?», σκέφτηκα. Ειδικά το αριστερό μου χέρι είχε πρόβλημα με τον συμπλέκτη. Φοβόμουν πολύ μη μου γλυστρήσει ο συμπλέκτης για κάποιο λόγο και κλωτσήσει η μηχανή στις αλλαγές. Τον κράταγα πολύ περίεργα με τα ακροδάκτυλα και με πολύ πίεση μόνο μπορούσα να αλλάξω ταχύτητες. Με το που έκανα 100 μέτρα ήξερα ακριβώς που βρίσκομαι. Στην Πάτρα το ξέρουμε ως «πέντε δρόμους» γιατί πράγματι ενώνονται πέντε δρόμοι εκεί. Το φανάρι ήταν κόκκινο πίσω από την γνωστή γωνιακή καφετέρια και σταμάτησα όπως όπως τη μηχανή. Η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο, διότι με το που σταμάτησα η μηχανή έσβησε και δεν ξαναέπαιρνε μπροστά με τίποτα. «ΩΡΑΙΑ!» φώναξα ειρωνικά. Μπροστά μου ήταν ένα αυτοκίνητο και μόλις πεταγόντουσαν έξω δυό κοπέλες με κοντά μαλλιά και όχι πολύ ωραίες. Ακούγοντάς με να φωνάζω ίσως νόμιζαν ότι είπα κάτι εναντίον τους και μου έκαναν νόημα «συγγνώμη». Περνώντας από μπροστά τους για να φύγω άκουσα τη μια να μου λέει «Ωχ σου έσβησε ε? Ελπίζω να τα καταφέρεις» Ή κάτι τέτοιο. Δεν είχε σημασία τί είπε ακριβώς στα αυτιά μου, σημασία είχε που μιλούσε ελληνικά. Ένας άγνωστος άνθρωπος τυχαίος στο δρόμο μιλούσε ελληνικά! «Τι ωραία!» σκέφτηκα αυτή τη φορά κυριολεκτικά και αναθάρρησα. Απλά έσπρωξα λίγο τη μηχανή με το πόδι και αυτή άρχισε να πέρνει ασυνίθιστα μεγάλη ορμή, παρά την πολύ ελαφριά κατηφόρα. Έστιψα δεξιά κάτω γνωρίζοντας ακριβώς που θα πήγαινα. Σε καμιά διακοσαριά μέτρα θα έβλεπα στα δεξιά μου όπως κατέβαινα την κατηφόρα τα Κιτσέικα. Τα Κιτσέικα ήταν ένα σπίτι στον ημιόροφο μιας πολυκατοικίας που έβλεπε σε ένα μεγάλο και σχετικά απομονωμένο πάρκο της Πάτρας. Έλεγα έτσι το σπίτι γιατί ανήκε στον ξαδερφό μου, Κίτσος στο επώνυμο, πού όντας καπετάνιος όποτε έφευγε ταξίδι μου έδινε τα κλειδιά και την ευχή του να γαμάω όσο μπορώ. Ήξερα λοιπόν που θα πήγαινα. Κανένα πρόβλημα. Θα άφηνα εκεί τη μηχανή προς το παρόν, που ούτε δική μου την ένιωθα έτσι κι αλλιώς και βλέπουμε. Ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί και τι έπρεπε να κάνω, τώρα που κατάφερα να ξεκλέψω λίγο χρόνο χωρίς να με καταλάβουν.

Φτάνοντας στο τέρμα της κατηφόρας με περίμενε κάτι πολύ πιο ωραίο από το σπίτι του ξαδέρφου. Στο τέλος της κατηφόρας ήταν η παραλία. Η παραλία του χωριού μου. Γεωγραφικά αυτό το σημείο από το σημείο που βρισκόμουν απέχει περίπου δέκα χιλιόμετρα στο φυσικό κόσμο. Όχι στο δικό μου κόσμο όμως. Ήθελα να βρεθώ εκεί και βρέθηκα. Φτάνοντας στην παραλία έδειχναν όλα να βρίσκουν νόημα. Ήξερα σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε μέτρο. Η άσφαλτος γεμάτη από χώμα τριμένο, επικίνδυνο πράγμα ειδικά να έχεις ξεχάσει να καβαλάς. Έκανα δεξιά, άφησα πίσω μου το μαγαζί που τραγούδαγα με τη μπαντούλα το καλοκαίρι και προχώρησα. Ήταν σαν ξημέρωμα. Το χωριό, τα Βραχνέικα, άδεια και το φώς του ήλιου ίσα έδειχνε ότι έρχεται σιγά σιγά η μέρα.  «Ας κάνω γρήγορα γιατί ίσως με το πολύ φώς με βρουν πιο εύκολα», σκέφτηκα. Χωρίς όμως ιδιαίτερη ανησυχία. Μόνο χαρά είχα. Συγκρατημένη στην αρχή και όσο περνούσε η ώρα όλο και περισσότερη. Προχώρησα. Ο πατέρας ενός καλού μου φίλου περνούσε αντίθετα κάνοντας τον πρωινό του περίπατο και κοίταξε προς το μέρος μου. Του έκανα ένα ανεπαίσθητο νόημα με το κεφάλι ότι τον αναγνώρισα αλλά προχώρησα. Δεν είχα κάτι με τον άνθρωπο, αλίμονο. Φοβήθηκα ξανά μήπως μέσα από την δική του απορία του πως βρέθηκα εκεί, με καταλάβαιναν πιο γρήγορα. Γι’ αυτό και τον προσπέρασα. Κι ότι κατάλαβε. Πέρασα το εκκλησάκι που βάφτισε ο αδερφό μου τη δεύτερή του κορούλα, την επόμενη και τη μεθεπόμενη καφετέρια κι έφτασα. Στο σπίτι μου. Στο σπίτι που με σημάδεψε, που πέρασα με κάποιες διακοπές περίπου 20 χρόνια ζωής. Πως γίνεται να μην είσαι χαρούμενος που ζεις σε ένα τέτοιο τόπο. Πριν ανοίξω το πορτόνι και ανέβω τον εξωτερικό διάδρομο, κοίταξα πίσω μου. Τη θάλασσα. Πόσο γαλήνια ήταν αυτή την ώρα. άκουγα πάντα το Σωτήρη το φίλο μου να μας λέει πόσο τέλεια είναι η θάλασσα τέτοια ώρα, σαν ακούνητη, επειδή ξυπνάει πολύ νωρίς και τον ανταμοίβει με αυτό τον τρόπο. Είχε πολύ δίκιο. Γύρισα το κεφάλι μου να ανέβω στο σπίτι. Εξάλλου γι αυτό ήρθα εδώ. Στο διάδρομο τα σκυλιά δεν ήρθαν να με προϋπαντήσουν, αρκετά περίεργο, αλλά δεν με ενόχλησε εκείνη τη στιγμή. Μπήκα στο άδειο σπίτι. Δεν είχε έρθει κανείς ακόμη. Πήγα στο μεγάλο μπανιο να ρίξω νερό στα μούτρα μου. Σκεφτόμουν πως όταν έρθω τα επόμενα Χριστούγεννα δε θα το πω σε κανένα και θα χτυπήσω το θυροτηλέφωνο όταν θα τρώνε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ντυμένος Αι-Βασίλης. Και θα λέω μόνο «Χο-χο-χο!!». Θα μοιράσω σε όλους δώρα και ιδιαίτερα στην Μαργαρίτα και τον πατέρα μου, που είναι τα δύο περίσσοτερο παιδιά της οικογένειας. Ε και κάποια στιγμή, όταν μάλλον θα με έχουν κατλάβει όλοι πια, θα εμφανιστώ. Χαμογελούσα μόνος μου με την πλάκα που θα είχε αν το έστηνα σωστά!

Και τότε τους άκουσα. Καθώς έπλενα τα  δόντια μου, άκουσα το χαρακτηριστικό ήχο της μπαλκονόπορτας στο γραφείο του πατέρα μου να ανοίγει. Και η φωνή του ακούστηκε ακριβώς σαν αυτόν. «Αγάπη μου πιανού είναι η μηχανή? Έχει έρθει ο Γιαννάκης?» ρώτησε με απορία τη μάνα μου. Η μαμά ίσα που ακούστηκε απορημένη επίσης. Ο Γιάννης είναι ο αδερφός μου. Φυσικά πως να τους έρθει ότι μπορεί να είμαι εγώ! Άρχισα να μουρμουρίζω ένα ρυθμό χαρούμενο καθώς ξέβγαζα το στόμα μου για να πάω να τους δω. Και όλο και πιο δυνατά και χαρούμενα έλεγα τη μελωδία για να αρχίσουν να ακούν. «Αν είναι κανείς μες το σπίτι να μας το πει!!» Συνέχισε ο πατέρας μου, μιλώντας στο σπίτι, κυρίως αστεία αλλά και με μια μικρή δόση φόβου και απορίας για το ποιος είναι τέτοια ώρα μες το σπίτι με ξένη μηχανή. Είχα ξεπλύνει το στόμα μου και τώρα πολυ δυνατά και χαρούμενα τραγουδούσα μια μελωδία που δε μπορώ να θυμηθώ. Βγήκα με αυτό τον τρόπο από το μπάνιο, πέρασα την κουζίνα και πήγα προς το γραφείο του πατέρα μου, από όπου τους είχα ακούσει να μπαίνουν. Με το που έστριψα προς την τραπεζαρία είδα τη μάνα μου! Ήταν ακουμπισμένη στο κάσωμα της πόρτας, λίγο δισταχτική ίσως να προχωρήσει στο σπίτι πριν καταλάβει τι γίνεται και απορημένη με κοίταξε. Το πρώτο δευτερόλεπτο δεν άλλαξε έκφραση. Ακόμα δεν καταλάβαινε ποιος είναι. Το δεύτερο φάνηκε να με καταλαβαίνει αλλά έμεινε ακόμα λίγο μετέωρη σκεπτόμενη ίσως γιατί είμαι εγώ εκεί τώρα. Το μετάνιωσα και γύρισα πίσω? Είχα τίποτα με την υγεία μου και δεν την πάλεψα? Δεν φαίνεται να την ένοιαξε για παραπάνω. Μετά από αυτή την αιώρηση στη σκέψη απλά χάρηκε που με είδε! Έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο και ήρθε κατα πάνω μου. Έτρεξα κι εγώ και την αγκάλιασα με δάκρυα χαράς! Ο πατέρας μου, που είχε ήδη κάτσει στο γραφείο να ανοίξει τον υπολογιστή, σηκώθηκε (άκουσα την καρέκλα να κάνει το χαρακτηριστικό ήχο, όταν οι μπουκάλες τις παίρνουν ξανά το αρχικό τους σχήμα) και ήρθε στην τραπεζαρία. «Παλικάρι μου!!! Εσύ ήσουν?? Αχά ωστε εσύ ήσουν!!!» ήρθε κοντά μας και μας αγκάλιασε και τους δύο. Αισθανόμουν ότι τους έτρωγε να καταλάβουν από που κι ως που βρέθηκα εκεί εγώ. Αλλά δε ρωτούσαν φοβούμενοι μη με φέρουν σε δύσκολη θέση. Κι εγώ δεν εξήγησα ακριβώς. Ήξερα ότι θα ήμουν εκεί μόνο για λίγο ακόμα. Γιατί να χαλάμε χρόνο τώρα να κάθομαι να εξηγώ πως μπορει να συμβεί αυτό που ζούμε τώρα. Συμβαίνει. Αυτό μετράει. Λες κι εγώ ήξερα? Δεν ήξερα ακριβώς το μηχανισμό, απλά ότι θα χρειαστεί να φύγω όπου να ναι και καλύτερα πριν με καταλάβουν. Καλύτερα από μόνος μου. Θυμάμαι ότι μπήκα για λίγο στο γραφείο με τον πατέρα μου και βγαίνοντας του έλεγα ακριβώς αυτό. Ότι «Πατέρα δεν ξέρω ακριβώς πως και τι αλλά μάλλον θα με καταλάβουν όπου να ναι, η μηχανή κάτω δεν ξέρω πιανού είναι πάρτε τη καντε τη ότι θέλετε δεν ξέρω. Α! Όπως φαίνεται έχουμε κι άλλο ένα σπίτι στην Πάτρα, οπότε εκεί πρεπει να έχω αφήσει το αυτοκίνητο. Ξέρω γω.. Πήγαινε μέχρι εκεί με τη μηχανή και γυρνα με το αυτοκίνητο πίσω. Πάντως θα με καταλάβουν όπου να ναι..» Τα έλεγα όλα με μια σχετική βιασύνη και ο πατέρας μου απλά πήγαινε μαζί μου κρατώντας με από τη μέση χαμογελώντας σα να νόμιζε ότι του κάνω πλάκα, αλλά συνεχίζοντας να μην καταλαβαίνει. Αισθανόταν ότι κάτι στραβό υπήρχε στην ξαφνική μου εμφάνιση εκεί αλλά δεν ρωτούσε παραπάνω. Απλά χαμογελούσα και καθώς του μίλαγα έκανε της κλασικές εκφράσεις του «χμ!», «αχαα» σα να καταλάβαινε. Με άφησε στην κουζίνα και έτσι για τα τελευταία δευτερόλεπτα σκέφτηκα να πάω μέχρι το δωμάτιό μου, να δώ αν άλλαξε τίποτα. Καθώς έφτανα στο τέλος του διαδρόμου όμως, πριν μπω στο δωμάτιο κοίταξα δεξιά, την κρεβατοκάμαρα τον γονιών μου. Εκεί η μάνα μου είχε βγάλει όλα τα ρούχα στο κρεβάτι και είχε φτιάξει μικρές μικρές στοίβες με διπλωμένα όμορφα τα ρούχα, όπως κάνει πάντα μετά το σιδέρωμα. Αυτή τη φορά απλά ήταν πάρα πολλά! «Τι έχει κάνει εδώ η μαμά, γιατί τα έχει απλώσει όλα έτσι?» Αναρωτήθηκα φωναχτά και σα να θέλω να ακουστώ και μέσα λίγο. Αντί για αριστερα, στο δωματιό μου, έστριψα δεξιά και μπήκα στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου. Πήρα από μια στοίβα δύο πλυμένες κάλτσες και μια φανέλα. Τις κόλλησα στη μυτη μου και τις μύρισα. Μοίριζαν τόσο οικεία! Τα πλυμένα μου ρούχα από τα χέρια της μάνας μου..! Κι έτσι με τα ρούχα κολλημένα στη μούρη μου με έπιασαν τα κλάματα. Ακατάπαυστα κλάματα! Εκλαιγα με λυγμούς! Ήξερα φυσικά συνέχεια ότι ήμουν παρά τους φυσικούς νόμους εκεί, αλλά τώρα συνηδειτοποιούσα ότι έπρεπε να φύγω. Καλύτερα μάλιστα πριν με καταλάβουν και με φέρουν αυτοί πίσω. Έκλαιγα δυνατά και ήμουν ταυτόχρονα τόσο χαρούμενος. Που τους είδα. Τα δυο πιο αγαπημένα μου προσωπα! Αυτοί κι αλλοι 5-6 στον κόσμο όλο. Κυριολεκτικά στον κόσμο όλο. Και τέλος. Πόσοι λίγοι άνθρωποι πραγματικά με νοιάζουν! Κι εκεί μέσα στα δάκρυά μου, σήκωσα ξαφνικά το κεφάλι μου. Σταμάτησα να κλαίω! Θυμήθηκα ότι πρέπει να τους πω κατι πριν φύγω! «Σας αγαπάω!» Φώναξα από την κρεβατοκάμαρα για να με ακούσουν σε περίπτωση που δεν προφτάσω να πάω πίσω. «Σας αγαπάωωωω!!» Φώναζα κι έτρεχα πίσω στην τραπεζαρία. «Αγάπες μου!» Μπηκα στη τραπεζαρία με φόρα και μόνο με δάκρυα χαράς! Η μάνα μου έπαιζε με τον Σνούπυ! Ο Σνούπυ μου!! Το σκυλάκι μου! Επίσης λίγο διστακτικός κούναγε λίγο την ουρίτσα του και έκανε να έρθει κοντά μου αλλά κοντοστεκόταν. Καταλάβαινε ίσως ότι. δεν μπορεί να είμαι πραγματικά εκεί. «Σας αγαπαώ!!» Τους φώναζα όλο χαρά με δάκρυα παντού! Αγκάλιασα τη μάνα μου και και τον πατέρα μου, ένα χέρι γύρω από τον καθένα! «Αγάπεεες μουυυυυ!» Χοροπηδούσα και τους γυρνούσα γύρω γύρω, τους παρέσερνα στο ρυθμό μου! Δεν πειράζει που έκλαιγα, ήταν τόση η χαρά! Γελούσαν μαζί μου και γέλαγαν κι έκλαιγαν!! «Σας αγαπάωωωω!!!» Ο Σνούπυς ήταν έκει και μας κοίταγε χαρούμενος και απορημένος «Έλα εδώ σνουπάκο μου να σου χαιδέψω τη μουρίτσα σου τη βρώμικη πριν φύγω!!» Πράγματι έκανε ενα βήμα προς τα μένα και σκύβοντας μπόρεσα να πίασω το μουσούδι του, πάτνα λερωμένο και βρωμερούλι με χώματα από τον κήπο. Καπου στο δωμάτιο ήταν και ο Μπλακάκος, ο μεγαλύτερος σκυλος μας. Γύρισα στο χορό με τους γονείς μου. Ένιωιθα πλεόν να διαλύομαι σιγά σιγά από εκείνο τον τόπο, αλλά ήταν όμορφα. Γινόμουν κάτι σαν αστεράκια μικρά κι ένιωθα ότι δεν πίάνω και πολύ χώρο σιγά σιγά ανάμεσα στους γονείς μου.. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, με δάκρυα χαράς, οι γονείς μου να με έχουν αγκαλιά μέχρι που έγινα σκόνη λαμπερή κι ένα τελευταίο τόσο χαρούμενο, τόσο γεμάτο από όλα τα συναισθήματα του κόσμου «Αγάπεεεεςς μου!!!!» να βγαίνει από τα χείλη μου.

Όταν έπαψε και ο αντίλαλος από την τελευταία χαρούμενη κραυγή μου, άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν μέρα πια έξω, τα παραθυρόφυλλα δεν κλείνουν τελείως και ο ήλιος πάντα μπαίνει και με ξυπνάει το πρωί. Ναι, έκλαιγα στα αλήθεια. Και στον ύπνο μου και τώρα που ξύπνησα έκλαιγα. Και καθώς έγραφα ό,τι έζησα. Γιατί το έζησα. Ήταν αλήθεια! Δεν πειράζουν τα δάκρυα, θα είναι μια καλή μέρα και σήμερα. Ήταν το πιο πραγματικό όνειρο, η χαρά μου τόσο μεγάλη που έγινε δάκρυα!

Και ναι. Σας αγαπάω! Εσας τους δυο, πέντε-έξι ακόμα κι ένα σκύλο.  Ζω για μένα και για σας. Για κανένα άλλο. Εσείς με κάνατε να ζω. Εσείς και πεντε-έξι ακόμα με κάνατε να είμαι εγώ! Αγάπες μου!

 

Αλέξης Π.

Advertisements

δεν είναι δική σου

•Μαρτίου 20, 2017 • Σχολιάστε

Δεν είναι δική σου. Κι όμως. Μοιάζει τόσο αντιφατικό όταν το λες αλλά δεν είναι. Η ζωή που ζεις δεν είναι δική σου. Δεν είναι μόνο δική σου. Χρειάζεται πολλούς ακόμα για να την πάρεις στο σύνολό της. Για να την αναπνεύσεις όλη. Μπέρδεψες ένα από τα μότο της ζωής μου. «Αγάπα και κάνε ό,τι θες.» Μια πρόταση από τις λίγες που με συντροφεύει πάντα στη ζωή μου. Δεν πειράζει. Κι εγώ το έχω μπερδέψει. Δε σημαίνει ακριβώς, κυριολεκτικά αυτό που λέει. Δηλαδή δεν σημαίνει για παράδειγμα «γαμήσου με όποιον θες, αρκεί να αγαπάς κάποιον.» όχι όχι. Λάθος ερμηνεία. Και ναι. Κάνουμε λάθη. Και λαθος ερμηνείες και όλα. Και μέσα από αυτά μαθαίνουμε. Μαθαίνουμε. Αρκεί να μην κλέινουμε τα μάτια στα λάθη μας. Να μην τα αποσιωπούμε με όποιο κόστος. Πχ με το κόστος να γαμήσεις τη ζωή κάποιου που δε φταίει σε τίποτα. Πχ να κατηγορείς κάποιον ότι είναι φαντασιόπληκτος απλά επειδή είναι ο μόνος που κατάλαβε. Ναι, αυτό απαγορεύεται. Κάνουμε λάθη ναι. Και άλλοι μας τα συγχωρούν άλλοι όχι. Άλλοι τα φυλάνε για πάντα μέσα τους γιατί φοβούνται μη μας χάσουν. Είναι πολύ περίεργο πως αντιδρά ο καθένας. Είναι πολύ περίεργο το πως μπορεί να αντιδράσει κανείς υπό πίεση και θυμό από το πολύ «ό,τι θέλω θα κάνω» του άλλου. Γιατί περνά του καθενός απ΄το μυαλό να κάνει ό,τι θέλει. Κι ας κάνει κακό τελικά. Αλλά το θέμα είναι ποιος το κάνει τελικά και ποιος όχι. Και ο καλός θα γίνει κακός και θα το κάνει μόνο και μόνο για να πονέσει κάποιον όπως πόνεσε ο ίδιος γνωρίζοντας καλά από πριν ότι κάτι τέτοιο δε θα του προσδώσει κανενός είδους ηρεμία. Απλά θα την στερήσει και από άλλους. Απλά εκδικείται και ο καλός κάποια στιγμή. Και επειδή ο καλός είναι καλός σε όλα, εκδικείται καλα. Κι ας το μετανοιώνει μια μόνο στιγμή μετά.

Δεν είναι δική σου η ζωή σου. Επηρεάζει και άλλους. Η κακία, η αδιαφορία, η καριολιά, η random κάβλα, η πούστικη συμπεριφορά. Δεν επιτρέπονται ακριβώς γι αυτό. Γιατί επηρεάζουν άλλους. Που δεν είναι κομμάτι της ζωής σου αλλά επηρεάζονται από τον τρόπο ζωής σου. Κι εσύ έχεις ζωές εκεί έξω των οποίων είσαι κομμάτι. Και αυτό σε κάνει ευάλωτη. Όχι τη δική μου. Αλλά ένα «δική μου είναι η ζωή» από εκείνους είναι το μόνο που μπορεί να σε κάνει να καταλάβεις τι γράφω. Όταν το ακούς και νιώθεις πως ξαφνικά βρέθηκες σε γκρεμό και πέφτεις. Μόνο μέσα από τέτοιους ανθρώπους μπορείς να καταλάβεις ότι όπως δεν είναι μόνο δική τους η ζωή, αλλά ζεις κι εσύ μέσα από τις ζωές τους, έτσι και η δική σου ζωή δεν σου ανήκει μοναχά εσένα. Μόνο έτσι, όταν τέτοιοι άνθρωποι πάρουν τη ζωήτους και φύγουν, θα μείνεις πίσω με τη μισή σου ζωή να την βλέπεις να απομακρύνεται και θα καταλάβεις τι γράφω τώρα. Το έχω πάθει κι εγώ χρόνια πριν. Κι έτσι το έμαθα.

Αναρωτιέμαι μερικές φορές αν θα πρέπει να το μάθεις κι εσύ. Με έναν αντίστοιχο τρόπο. Κι αν είμαι εγώ άξιος να αποφασίσω αν θα πρέπει να το πάθεις αυτό ή όχι. Με δική μου επιρροή καιρό πριν οδήγησα στο χωρισμό ανθρώπους που όδευαν στο γάμο. Σε ένα τόσο ψεύτικο γάμο. Μια ταφόπλακα, όπως την χαρακτήριζε τότε η μέλλουσα νύφη. Ακόμα μερικές φορές αναρωτιέμαι πως θα ταν οι ζωές τους αν δεν το έκανα αυτό. Αν δεν επέμενα στη δική μου άποψη. Αν δεν επέμενα. Δε θα μάθουμε ποτέ την άλλη τροπή της ιστορίας. Απ την άλλη δεν υπάρχουν σωστά και λάθη. Υπάρχει η αλήθεια.

Ας μιλήσουμε λοιπόν σήμερα μόνο με αλήθειες. Κανένας δε συγχωρείται για το ψέμα. Ούτε εγώ έχω συγχωρεθεί για τα δικά μου. Έχω τιμωρηθεί κι εγώ δεόντως. Και το δέχτηκα. Όσο μικρός, όσο αθώος, όσο ό,τι να ναι, όσο όμορφος, όσο κάβλα, όσο πουτάνα, όσο καλός, όσο ψεύτης, όσο γνήσιος, όσο αδιάφορος κι αν έχει συνηθίσει να είναι κανείς, το ψέμα δε συγχωρείται.

Ας μιλήσουμε λοιπόν σήμερα μόνο με αλήθειες. Κι αποφασίζω μετά το τι πρέπει να κάνω αυτή τη φορά.

α.

Αλέξης Π.

ο δίσκος

•Μαρτίου 11, 2017 • Σχολιάστε

Να μην τους εμπιστεύεσαι. Τόσο απλή είναι η απάντηση. Να μην τους εμπιστεύεσαι φίλε τους ανθρώπους. Ποιος σου είπε ότι έιναι άξιοι να τους εμπιστεύεσαι? Γιατί ανοίγεις την καρδιά σου και λες ότι σκέφτεσαι ακριβως? Γιατί τα γράφεις? Ποιο κομμάτι κάποιου σε κάνει να τον εμπιστεύεσαι και να του πεις βαθιές σκέψεις? Γεμάτες θυμό, γεμάτες αγανάκτηση για άλλους δήθεν φίλους. Γιατί? Τι σε έπεισε? Τι φτάνει για να σε πείσει? Ένα βλέμμα φτάνει? Ένα χάδι φτάνει? Μια πίπα φτάνει? Ένα ολόκληρο βράδυ που κλαίγοντας δε μπορούσε να πιστέψει πόσο ξεχωριστός είσαι φτάνει? Φτάνει για να μιλήσεις όπως ακριβώς σκέφτεσαι, να γράψεις ότι ακριβώς είναι ήδη γραμμένο στον εγκέφαλό σου? Τι κατάλαβες? Κράτησέ τα εκεί. Είδες τι τα έκανες. Μην τα γράφεις.  Είδες πως τα εκμεταλεύτηκε. Μην τα λες από δω κι από κει. Κι ένα κομμάτι μου φωνάζει τώρα «μα δεν είναι απο δω κι από κει!! Δεν ήταν τότε, δεν είναι τώρα ούτε και θα ναι!!!!» Κι όμως. Τελικά? Τι ακριβώς σε έπεισε? Κοίτα το τώρα. Κοίτα το τώρα ξανά. Η αδιαφορία της ξεχωριστής σου ύπαρξης γεμίζει ό,τι δεν γίνεται πια μηνύματα και χαζά λόγια και επίθετα. Η ανυπαρξία των αστείων βρισιών γεμίζει ό,τι δεν γίνεται πια απρόσμενες χαζές φωτογραφίες. Και πρέπει να πειστείς ότι ένα βλέμμα είναι ένα βλέμμα, ένα χάδι απλά ένα χάδι, ένα δάκρυ της στιγμής δάκρυ. Και πάει λέγοντας. Τόσο απλή είναι η απάντηση!

Κι εκείνο το βόδι, το μυαλό σου είναι που φωνάζει. Φωνάζει ακόμα πως «Όχι! δεν είναι έτσι! Δεν είναι τόσο απλά! Σκάσε! Δεν είναι όλοι τόσο άδειοι! Το κάνεις για να μπορείς να φεύγεις πιο εύκολα! Για να τα παρατάς κι εσύ με αυτή την αηδιαστική απλότητα αυτών των ανθρώπων. Υπάρχουν όλα αυτά που σκέφτεσαι. Όλα αυτά που καθημερινά λείπουν. Υπάρχουν παρ’ όλη την απουσία τους! Το σκέφτεσαι σωστά, υπάρχουν! Αυτοί μπορεί να μην το ξέρουν ακόμα, να μην το παραδέχονται ούτε στους ίδιους τους εαυτούς τους. Θα το δουν. Υπάρχουν. τέλος ρε. υπάρχουν.»

Κι όλο το βράδυ γίνεται ένα λουπ, ένα γαμημένο λουπ, μια μικροσκοπική ρωγμή που δεν αφήνει τη βελόνα να κυλίσει πάνω στο δίσκο. Και ξανά και ξανά, παίζουν τα δύο αυτά κομμάτια. Το απλό και ζωώδες. Που τόσο μ αρέσει να κάνω όλη την ώρα. Και αμέσως μετά το βαθύ και σκοτεινό. Που τόσο μου πάει και δε με αφήνει σε ησυχία όλη τη νύχτα. Δεν νικάει τίποτα και κανένα και ποτέ. Μην κοιτάς τώρα που όλα αυτά γίνονται για σένα. Απλώς προσωποποιείται η κατάρα μου. Ναι είμαι ένα ζώο που θέλει να σε κρατάει γερά απ τη μέση και να σε γαμάει δυνατα. Ναι είμαι ένα μικρό παιδί που θέλει να μπει στην αγκαλιά σου και να κλάψει για το τίποτα..

Είμαι γοητευτικά μίζερος, καβλιάρικα ξενέρωτος, ήρεμα θυμωμένος, απαλά τραχύς, βρώμικα καθαρός. Με αποφεύγεις μα σε ελκύω. Ξενερώνεις που σε καβλώνω. Με φοβάσαι όταν ηρεμώ. Χαλαρώνεις όταν φωνάζω. Πονάς που σε χαϊδεύω. Ηρεμείς παθιασμένα όταν σε βαράω. Σου μυρίζω τέλεια όταν είμαι βρώμικος. Μ’ αγαπάς όταν λείπω.

Μ’ αγαπάς όταν λείπω.

Μα ποιος αρχαίος θεός έφτιαξε αυτό τον καταραμένο δίσκο. Στην ίδια πλευρά σκέφτηκε να βάλει τόσο αντίθετα κομμάτια. Τόσο αντίθετα, το ίδιο όμορφα και το ίδιο άσχημα. Και πάντα. Και συνέχεια. Και χωρίς έλεος. Και τόσο ευχάριστα. Και τόσο εκωφαντικά. Και τόσο σιγανά και όμορφα.

Και πόσοι είμαστε κολλημένοι σε αυτό το δίσκο?
Εσείς είστε? Εσύ είσαι?

Εγώ? Εγώ? Εγώ.

Αλέξης π.

οι φίλοι

•Φεβρουαρίου 21, 2017 • Σχολιάστε

Σήμερα είδα ένα φίλο που μου έστειλε ένα βιντεάκι με τραγούδια. Καιρό τώρα. Αλλά σήμερα τον παρατήρησα. Ένα medley με 12 κομμάτια . Κι ένα από αυτά το «with a little help from my friends».

Χτες θυμήθηκα κάποια που μου είπε «και γιατί νομίζεις ότι δεν έχεις φίλους? Γιατί νιώθεις τόσο μόνος? Μήπως πρέπει να το ψάξεις λίγο?»

Και αμέσως είδα την αντίθεση. Πόσο εύκολα μπερδεύουν οι άνθρωποι τι είναι φίλοι. Τι είναι «αγάπη» . Φιλική. Ας μείνουμε στη φιλική σήμερα. Αναρωτιέμαι αν όλοι αυτοί που έχουν φίλους παντού, που περνούν και τους χαιρετάνε όλοι, που γελούν και αγκαλιάζουν τους πάντες, αναρωτιέμαι αν έχουν φίλους. Κι αν έχουν πως μπορούν να τους ξεχωρίσουν από το πλήθος των ανθρώπων που κάνουν παρέα και λένε τις πιο έντονες λέξεις, γράφουν τα πιο έντονα λόγια και δείχνουν τα πιο ακραία συναισθήματα. Έτσι τόσο απλά χωρίς πολύ σκέψη. Αγκαλιάζουν και «αγαπούν» όλο τον κόσμο. Και πόσο ένα «σ αγαπάω» δικό μου κι ένα δικό τους, πόσο διαφορά πρέπει να χουν.  Να γιατί κάποτε όταν το είχα ακούσει και πιο παλιά της είπα «Εγώ αυτό θα προτιμήσω να το νιώσω όπως θέλω εγώ, τόσο βαρύ όσο είναι, και μετά θα στο πω». Απότομο. Αλλά αλήθεια είναι. Άλλο τελικά σημαίνει για τον καθένα η κάθε λέξη. Βλέπεις οι άνθρωποι φρόντισαν να τις ανακαλύψουν αλλά όχι να τους δώσουν ακριβή ορισμό. Ο ορισμός είναι υποκειμενικός. Οπότε ναι. Μπορεί να τους «αγαπάς» και όλους. Αλλά όσο μένει αυτή η λέξη και για μένα σε εισαγωγικά χάνει τη σημασία της. Φαντάζει μια λέξη, όπως «τραπέζι». Τίποτα μη συνηθισμένο. Όσο χρησιμοποιείται έτσι εγώ δεν την θέλω να αναφέρεται σε μένα. Είναι τουλάχιστον αηδιαστικό να αγαπάς, ακόμα και με όλους τους τρόπους του κόσμου, κάθε μαλάκα που κάνεις παρέα καθημερινά και χαιρετάς στο δρόμο και στα σχόλια των φωτογραφιών.

Οι φίλοι. Πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι οι φίλοι! Και πόσο σπάνιο! Το μαθαίνω ακόμα και όσο μεγαλώνω με όλο και πιο σκληρό τρόπο. Ελπίζω να έβγαλα από τους φίλους μου τον τελευταίο πλέον. Ελπίζω να μη χάσω άλλον γιατί μείνατε πολύ λίγοι. Πολύ λίγοι. Ελπίζω να έβγαλα μέσα από αυτή την τόσο ψυχοφθόρα διαδικασία και τον τελευταίο που φοβήθηκε να έχει εμένα φίλο. Επειδή τον καταλαβαίνω. Δικά του λόγια. Με ένα βλέμα τον καταλαβαίνω. Επειδή τον δυσκολεύω.  Επειδή δεν ξέρει τι είναι φίλος και τι ακόλουθος. Επειδή τον κριτικάρω.Προτίμησε να με μειώνει ύπουλα αντί να με κριτικάρει κι αυτός. Να αδιαφορεί για τις επιτυχίες μου αντί να χαίρεται κι αυτός. Να κάνει ότι δεν είμαι εκεί ενώ όλοι με ρωτούν για κάτι και τους εξηγώ. Να φεύγει όταν έρχομαι γιατί η παρέα θα έχει και κάποιον άλλο να ασχολείται τώρα και δεν αντέχει. Να ζηλεύει κρυφα αλλά από κοντά μόνο αυτό το υποκριτικό χαμόγελο, που απορώ πως οι γύρω του δεν καταλαβαίνουν την κενότητά του, σαν τα παραπάνω «σ αγαπώ»που στρέφονται γενικά προς όλους ίσα για να μη χάσουμε ακόλουθους. Να ζηλοφθονεί την πορεία μου και τον τρόπο μου αλλά κρυφά να τον μιμείται, να κάνει τα ίδια αλλά χωρίς να τα λέει σε κανένα αφού είναι αυτά για τα οποία με κατήγορούσε σιωπηλά τόσο καιρό στον καθένα. Πάντα όμως με χαμόγελο. Πάντα με τόση χάρη. Πάντα η ψεύτικη γελαστή φάτσα και «όλα καλα» «κανένα πρόβλημα» όταν θέλει κανείς να μάθει ποιο το πρόβλημα. Γιατί έτσι. Γιατί τόση ασχήμια. Όταν ήθελε. Γιατί πλέον δε θέλει.. Τόση σιχαμένη ευγένεια και ηλίθια αστεία. Σιχαμερός τρόπος να ζεις. Ευτυχώς μετά τα τριάντα, λένε, αν δεν το έχεις πάθει δεν μπορείς πλέον. Ευτυχώς δεν θα σιχαθώ ποτέ τον εαυτό μου!

Σιχαίνομαι τις παρέες που απλά περιμένουν το χρόνο να περάσει. Ξυπνούν, χέζουν, πάνε βόλτα, τρώνε, δουλεύουν ή κοπροσκυλιάζουν,βγαίνουν και κάνουν τους ωραίους, συζητούν για ότι έκαναν την ημέρα που περασε δηλαδή πότε ξύπνησαν, αν έχεσαν, τι έφαγαν και μιλούν για ζωές άλλων γελώντας με το παραμικρό χωρίς κανένα λόγο, κρύβοντας και στον εαυτό τους ακόμα τη μίζερη μέρα που πέρασε χωρίς να γίνουν κάτι παραπάνω από αυτό που ήταν μόλις ξύπνησαν.

Μα τι είναι οι φίλοι. Οι άλλοι σου εαυτοί. Εκείνοι που σε εξυψώνουν όταν ο δικός σου εαυτός δεν μπορεί ή δεν βλέπει το πως. Οι άλλοι σου εαυτοί. Επειδή αναπτύσσεις έναν σε όλη σου τη ζωή, πάντα θα θελες να έχεις προσθέσει μερικά πράγματα ή κάποια να τα έβλεπες διαφορετικά από εσένα τον ίδιο, αν ξαναμεγάλωνες και ξαναέκανες επιλογές στη ζωή σου. Εκεί έρχονται οι φίλοι, είναι εκείνοι που έχουν να σου προσθέσουν αυτό που δεν διάλεξες τότε. Και μπορεί να διάλεξες κάτι άλλο εξίσου αξιοσέβαστο μα διαφορετικό. Μα ακριβώς για αυτό το λόγο είναι εκεί οι φίλοι. Γιατί έχουν κάτι να σου πουν, κάτι να σου δείξουν ως άλλοι εαυτοί. Ως άνθρωποι που θα μπορούσες κάλλιστα να σουν εσύ και να συμβουλέυεις αυτούς που θα μπορούσαν κάλλιστα και αυτοί με τη σειρά τους να ήταν εσύ.

Έβλεπα το φίλο μου σήμερα λοιπόν, που εκεί από ένα σπίτι που γύρω γύρω δεν τον καταλαβαίνει κανένας γείτονας αν πάει να μιλήσει σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων, μου έγραψε αυτά τα κομμάτια σαν μια όμορφη ιδέα για medley σε κάποιο επόμενο live. Σήμερα δεν άκουγα μόνο. Τον πρόσεχα. Τις μικροκινήσεις του όταν τραγούδαγε, τις γκριμάτσες που έπαιρνε όταν ξέχναγε στίχους. Το χιούμορ το στιγμιαίο που σπάνια το συναντάς σε ανθρώπους κι έχω την τύχη δυο φίλοι μου να το έχουν αυτό το γνώρισμα.  Το χιούμορ είπα. Όχι την ηλιθιότητα. Τον έβλεπα κι έλεγα φωναχτά «Α ρε μαλακα, γιατί δεν είσαι γνωστός σε όλη την Ελλάδα ρε φίλε αυτή τη στιγμή. Τι ταλεντάρα είσαι, τι κοφτερό μυαλό, τι κιθαρίστας απίστευτος.» Αυτό είναι οι φίλοι. Οι φίλοι χαίρονται για το ότι οι φίλοι τους είναι καλύτεροι από αυτούς. Τους εξυψώνουν. Γιατί είναι οι άλλοι τους εαυτοί. Γιατί είναι οι ίδιοι με άλλα πρόσωπα και άλλα σώματα.

Γιατί νομίζω ότι δεν έχω φίλους? Δεν έχω πάνω από πέντε φίλους. Αλλά εσύ γιατί νομίζεις ότι έχεις τόσους φίλους? Γιατί νιώθεις τόσο ΜΗ μόνη? Μήπως πρέπει να το ψάξεις λίγο?

Με αγάπη. Από αυτή που λέω εγώ αγάπη.

Αλέξης Π.

 

όλα. αλλού.

•Ιανουαρίου 16, 2017 • Σχολιάστε

Πρώτη φορά το ξεκινάω ανάποδα αυτό. Ποτέ δεν έγραφα πρώτα τον τίτλο. Τώρα μου καρφώθηκε. Επί ώρες. Κι άρχισα έτσι. Όλα αλλού. Η πρώτη φορά που το θέλω. Που το πιστεύω. Που το προσπαθώ τόσο έντονα. Που κοιμάμαι με αυτό το όνειρο. Και που δεν είναι αντίδραση σε πίεση από μια άσχημη ζωή εκεί έξω. Από μια ασχήμια που σε σκέπαζε και νόμιζες οτι σε ζέσταινε, ενώ σε σκέπαζε για να πεθάνεις από ασφυξία. Πρώτη φορά δεν είναι αντιδραστικό στην ηλιθιότητα ενός, στην κούφια ομορφιά του, στο ψεύτικο γέλιο του, στην αρρωστημένη φύση του που παίρνει χαρά από την κατάντια σου. Πρώτη φορά έρχεται από μένα, από μέσα μου. Πρώτη φορά ένα όνειρο από μένα για μένα. Και μόνο.

Είναι πολύ ωραίο να κοιμάσαι με ένα όνειρο που δεν στρέφεται γύρω από κάποιον. Γύρω από έναν άνθρωπο. Άλλον. Στρέφεται γύρω από σένα. Είναι τόσο ωραίο αυτό το εγωιστικό που κάνεις εκ γεννετοίς τελικά, μικρή μου. Καλά κάνεις. Καλά έκανες και καλά κάνεις. Να νομίζεις ότι όλα αυτα, ο καθένας που σε αγάπησε, απλά θα σου κόψουν τα φτερά. Καλά κάνεις. Να μην ενδιαφέρεσαι για κανένα στην πραγματικότητα αλλά να γεμίζεις την ανθρώπινη φύση σου με άτομα που απλά τυχαίνουν δίπλα σου μια περίοδο της ζωής σου και ύστερα να προχωράς. Καλά κάνεις. Που έχεις ξεχωρίσει το χωρόχρονο σε χώρο και χρόνο. Αν έστω ένα από τα δύο είναι διαφορετικό στις διαδράσεις σου με τους εραστές σου, τότε εξ ορισμού δεν γίνονται την ίδια περίοδο ή στον ίδιο τόπο. Οπότε επιτρέπονται. Καλά κάνεις. Καλά έκανες όταν ακόμα ήσουν μικρή και δεν το καταλάβαινες, καλά κάνεις και τώρα που μεγαλώνοντας κατάλαβες τον εαυτό σου. Αυτό που σου εξηγούσα εγώ και τσαντιζόσουν γιατί δεν ήθελες όλα να τα μαθαίνεις έτοιμα, αλλά να τα ανακαλύπτεις μόνη σου. Καλά κάνεις. Δεν πρόδωσες κανένα. Κανείς δεν πρόδωσε κανένα. Έτσι ζουν οι άνθρωποι. Έτσι είναι. Μεγαλώνω πολύ αργά και σιγά σιγά καταλαβαίνω κι εγώ.

Κι εγώ λοιπόν τα θέλω πλέον όλα. Κι όλα αλλού τα θέλω. Να αλλάξει ο χώρος και ο χρόνος, να μη μείνει τίποτα όρθιο από τα κεκτημένα μου, τίποτα να μην έχει σημασία από τους κόπους μου. Παίρνω μόνο τις προϋποθέσεις που αυτοί δημιούργησαν για κάτι νέο, κάτι μεγάλο, κάτι άλλο. Νέο με πάνω από τριάντα χρόνια ζωής. Ναι. Νέο. Και ολόκληρο και αλλού. Να τσεκάρω πριν φύγω την υγεία μου, να προστατεύσω την ψυχική μου υγεία επίσης και τέλος. Όλα τα άλλα αλλού.

Τα ξύλα τέλειωσαν. Η φωτιά στέρεψε. Βάλε φωτιά και φύγε κι εσύ. Κάπου θα καίγομαι.

Πάντα κάπου θα καίγομαι.

όλος.

αλλού.

Αλέξης Π.

( λιακάδα – γ. αγγελάκας )

•Δεκέμβριος 14, 2016 • Σχολιάστε

Μετά από καιρό βρέθηκα σε εκείνα τα μέρη που δε θα πρεπε. δεν ξέρω γιατί δε θα πρεπε. Δε θα πρεπε να νοιάζεσαι για τους ανθρώπους? Μήπως μόνο αν νοιαζονται αυτοί περισσότερο ή πρώτα για σένα. Τελευταία με νοιάζω πέρα από κάθε άλλο. Με νοιάζω. Ήρθε, ίσως επιτέλους, η ώρα. Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εκτός από ποίημα. Τι σημασία έχουν όσα έμαθα. Πως θα μάθω κι άλλα. Με νοιάζω γιατί βιάζομαι να μάθω κι άλλα. Όλα αυτά που δε θα προλάβω ποτέ. «Να είσαι γρήγορος, αλλά ποτέ μη βιάζεσαι», ένα από τα μαθήματα του πατέρα μου. (Iron and Wine – Flightless bird, American mouth) Βιάζομαι. Συνέχεια βιάζομαι. Παλιότερα ν αγαπήσω. Τώρα να γίνω καλύτερος επιστήμονας. Δεν μου φαίνεται τίποτα πιο σημαντικό από τίποτα άλλο. Ίσως όλα για μένα τα έκανα τελικά. Και οι έρωτες και οι αγάπες και τα τραγούδια και τα γαμήσια και τα πειράματα και τα διδακτορικά. Πάντα το μετέφραζα σε αξία για τους άλλους. Ακόμα και τώρα. Η επιστήμη, η γνώση είναι αξία για τους άλλους. Εκείνους που θα τη μάθουν από μένα. Μα μήπως λέω ψέματα? Μήπως θέλω να τη μάθω για μένα? Αν είναι έτσι, έλεγα ψέματα και τότε που σου έλεγα πως σ’ αγαπώ. Και σε σένα.Καλά, σε σένα σίγουρα έλεγα. (Rene Aubry- Salento)

Μου είναι πιο εύκολο πια να μιλάω με πολύ δύσκολες λέξεις, που ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων καταλαβαίνει και συνήθως αγγλικές, από το να μιλάω απλά. Για συναισθήματα. Πόσο απλό είναι να κάνεις τα δάκρυα λέξεις! Κι όμως. Έχω ξεχάσει. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και διαβάζω μέιλ. Σηκώνομαι από τη ζωή και φεύγω. Αλλά δεν κλαίω. Μόνο από προσμονή κλαίω καμιά φορά. Και καμιά φορά έχω τόση δουλειά που δε σκέφτομαι το λόγο. Κλαίω. Τελειώνει αυτό και συνεχίζω. Και συνεχίζω.Πόσες φορές έχω συνεχίσει! Πόσες φορές σ άφησα πίσω και συνέχισα. Μερικές φορές ήσουν ίδια, μερικές διαφορετική. Σας άφησα πίσω και συνέχισα. Μπράβο μου. Σας έκανα τραγούδια, και την πιο σιχαμένη μου ανάμνηση το καλύτερό μου τραγούδι, και σας άφησα! Καλά να πάθετε! Έτσι λέω από εδώ και πέρα. Κάμποσο καιρό τώρα. Ειλικρινά, καλά να πάθετε. Κάποτε έλεγα ότι δε χωρίζω ποτέ κανένα άνθρωπο που μπήκε στη ζωήμου, έστω και λίγο (Broken Records – Lies).. Κάτσε γιατί δε μπορώ να γράψω.. αυτό το τραγούδι με λυγίζει ρε γαμώτο. Μέσα στα δάκρυα δε βλέπω καλά, κάνω πολλά λάθη. Αλλά γυρνάω πίσω, τα διορθώνω. Και συνεχίζω. Τώρα πιστεύω ότι έχω χωρίσει πλέον από όλους. Και συνεχίζω.

Με ρώτησε μια κοπέλα αν συνδέω τραγούδια με ανθρώπους. Το κάνω. Σε μερικά σαν αυτό όμως δεν κλαίω γι αυτό. Κλαίω γιατί δεν το έχω συνδέσει με κανένα. Είναι νότες. Είναι νότες πάνω στο χαρτί, καταλαβαίνεις? Κύματα που χτυπούν τα τύμπανά μου. νευρουποδοχείς που ερεθίζονται σε κάποιο μέρος του εγκεφάλου μου. Δεν έιναι αληθινό. Ή ανάποδα. Είναι το αληθινό. Όχι το ψεύτικο που όλοι αναζητούμε. Το ψεύτικο της σύνδεσης με έναν άνθρωπο. Αυτό που δεν έκανες ποτέ στα αλήθεια. Αυτό που έμαθες στη ζωή σου να το υποκρίνεσαι παρά να το παθαίνεις. (Lucky you – The National) Ταίριαξε απόλυτα με το κομάτι. Τυχερή. Όποιον άγγιξε η τύχη όμως, τον άφησε χαζό. Ή πονηρό. Ή υποκριτή ή απλά αρχίδι. Δεν έχει σημασία πια. Πειράζει. Αλλά όχι εμένα. Εσένα.

Βρέθηκα λοιπόν σε εκείνα τα μέρη που δεν ήθελα. Που απέφευγα ή που δεν πήγαινα τυχαία. Και μάλλον το δεύτερο. Δεν το έχω ψάξει και πολύ αλλά μάλλον το δεύτερο. Νοιάστηκα κάπως.. κάπως ένιωσα μια ανάγκη, μια μικρή έλλειψη. Δε μου έφτανε η μουσική μου, τα κομμάτια που βγάζουμε τώρα, το στούντιο, η έρευνα, τα μαθήματα, οι μηχανές, τα βιβλία (τι όμορφα τα βιβλία!). Δε μου έφταναν. Κάτι έλειπε και δε συμπληρωνόταν από όλα αυτά (unintended- Muse). Ή έτσι νόμιζα. ή έτσι νομίζω. Κι ένοιωσα τόσο φόβο! Φόβο! Ότι δεν μπορώ κάτι μόνος μου! Ότι έχω ανάγκη κάποιον! Φόβος! Δεν το είχα ποτέ μεταφράσει έτσι.Πάντα το έλεγα έρωτα μικρότερος, ορμόνες βιολογοτερος, αγάπες ωριμότερος ή πολύ πιο ανώριμος. Αλλά τώρα ένιωσα μόνο φόβο. Φόβο ότι κάτι με κρατάει! Κάτι κρατάει εμένα? Όχι! Όχι! Δε με κρατάει τίποτα εμένα. Πόσο σου θύμησα τον ευατό σου εδω, έ? Έχω να μάθω! Να ζήσω στις άκρες του κόσμου. Να δημιουργήσω. Γνώση και μουσική. Τίποτα δε θέλω να μπαίνει στο μυαλό μου. Είναι όμορφες οι στιγμές που μαζεύω με τέτοιες ομορφιές. Μα δεν τις θέλω εδώ. Δεν τις θέλω κολλημένες μέσα μου. Μα έτσι κι αλλιώς έτσι πια δεν είναι όμορφες. Το ξέρουν κι αυτές. Κι αν δεν το ξέρουν ας ρωτήσουν τις προηγούμενες. (Lhasa De Sela – Bells) Τι απίθανο τραγούδι! Τι απίθανα ερωτεύσιμη φωνή! Τα πιο όμορφα χείλη αυτή τη στιγμή, αυτά που ηχούν στα αυτιά μου. Να! Οι όμορφες στιγμές που ασχημαίνουν με μένα στο πλάνο. Να το αυτό που έλεγα. Γιατί να φιλήσεις αυτά τα χείλη? Δε θέλουν. Θέλουν να σου τραγουδούν όχι να τα φιλήσεις.

Αυτόματη γραφή κυριεύει το κείμενο. συνειρμοί επί συνειρμών. Όπως πάντα μου άρεσε! Μα σου το είπα δεν τα φοβάμαι τα τραγούδια! Δεν τα φοβάμαι τα παλιά! Ναι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν με μένα και κάποιον άλλο πλάι μου. Αλλά δεν πειράζει. Τώρα η ομορφιά της έγινε ανάμνηση, τώρα η γραμμή των χειλιών της δε θα αλλάξει ποτέ μα είναι όμορφη με μένα εκτός πλάνου. Τώρα η υψίσυχνη φωνή της (Only if you are certain – Slow club) είναι μια ζέστη στη σκέψη μου. Η μυρωδιά από τα τσιγάρα της απλά μια άσχημη μυρωδιά, όχι κάτι άξιο για στίχο. Τι πειράζει! Το τραγούδι είναι τραγούδι. Το τραγούδι σου και το τραγούδι μου και το τραγούδι μας. Είναι ακόμα τέλειο, μέσα στις ατέλειες του. Όπως καθετί. Όπως αυτά εδω σ αυτή τη μεριά του κόσμου, όπως και στην άλλη άκρη. Τίποτα δε γεμίζει κανένα. Τίποτα δεν φτάνει την τελειότητα. Και αυτό σε κάνει να συνεχίζεις, να ζεις, να ονειρέυεσαι. Να γυρνάς εκεί μερικές φορές και να φοβάσαι. Εκεί που θα έγραφα «ερωτεύεσαι» παλιότερα, τωρα γράφω «φοβάσαι». Να ερωτευτείς μάλλον. Αλλά κι αυτό είναι καλοδεχούμενο, ως καινούριο. Ως κάτι που δεν μου είχε ξανασυμβεί. Δε θα το σκεφτώ δέυτερη φορά. Είναι μια χαρά! (Don’t think twice it’s alright – Bob Dylan)

Αλέξης Π.

το χειρότερο δώρο γενεθλίων

•Σεπτεμβρίου 16, 2016 • Σχολιάστε

το χω και αυτό σε εικόνες. ακόμα και αυτό. μαζί σου έχω τόσες εικόνες και μικρά κλιπς απλώς κλείνοντας τα μάτια μου. τα περισσότερα δεν ντύνονται πια με συναισθήματα, απλά υπάρχουν. σα να βλέπω κάποιους που δεν τους ξέρω, οπότε πως να νιώσω. Κάποια έχουν έντονα συναισθήματα. αν πρέπει να διαλέξω ποια υπερνικούν θα ήταν τα κακά. Από ουδέτερα έως κακά. όμως τελικά αυτά που λέμε «κακά» – ο θυμός, η περιφρόνηση, η ειρωνία, η απάθεια, η απέχθεια, η αδιαφορία- ίσως τελικά να ναι ο σωστός τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα. πράγματα σαν και αυτά. πράγματα.

τα δώρα είναι πράγματα. γι αυτό και δε μ αρέσουν ίσως. ίσως απλά να το λέω για να φανώ πιο βαθύς από σένα. πάντως τα πραγματικά δώρα είναι ακριβώς αυτό που δε μπορεί να αγοραστεί. μπορεί να συμβολίζεται μέσα από κάποιο πράγμα. αλλά αυτό που κουβαλάει μέσα του έχει την αξία του δώρου, όχι τα μόρια που το απαρτίζουν. αυτό που δεν είναι καν μόρια. το άυλο. Ακριβώς για αυτό το λόγο τα δώρα που έχουν σημασία στη ζωή σου είναι μόνο των δικών σου ανθρώπων. αυτών που αγαπάς. ένα πουκάμισο που σου πήρε μια θεια σου ή ένα πορτοφόλι που σου έφερε μια γνωστή, πλέον σε αφήνουν παγερά αδιάφορο. κάπου σκονίζονται, παλιώνουν και απλά υπάρχουν. το δώρο που έχεις ακόμα είναι αυτό που προστέθηκε μέσα σου όταν ένας δικός σου άνθρωπος έκανε την κίνηση και στο έδωσε. αυτό που ένιωσες εκείνη τη στιγμή. η συγκίνηση για μια ζωγραφιά δική της, η χαρά για ένα τρόπο να εκφράζεσαι, η ευτυχία μιας μόνο φράσης της.

αυτά είναι τα δώρα που μένουν. ο χειρότερος συνδυασμός για δώρο θα ταν ένα πράγμα χωρίς ψυχή, χωρίς λόγο ύπαρξης από έναν από αυτούς που λέμε αγαπημένους ανθρώπους. ο συνδυασμός ενός αγαπημένου σου ανθρώπου να σου δίνει σαν δώρο ενα πράγμα, ένα σκέτο πράγμα χωρίς ψυχή, θα ταν και ο λόγος να αναρωτηθείς γιατί ακριβώς αυτός είναι ένας από τους πιο αγαπημένους σου ανθρώπους.

το πιο αποτυχημένο δώρο μου έχει ήδη δωθεί. πολλά χρόνια πριν. και σχεδόν σε κάθε γενέθλιά μου το θυμάμαι. και ήταν ακριβώς αυτός ο συνδυασμός. κάπου θα υπάρχει, μα δεν έχω ιδέα. αν το δω απλά θα χαμογελάσω πικρά και θα το κρύψω, θα το χαρίσω. Γιατί αυτά τα δώρα ναι! χαρίζονται. χαρίζονται για να μη γυρίσουν πίσω ξανά.

όταν ήμουν μικρός, νέος στη δουλειά μου, είχα ένα σιχαμένο διευθυντή. κάτι σαν διευθυντή. ένας χοντρός, γλοιώδης άνθρωπος γυρνούσε από τάξη σε τάξη και απλά έμπαινε μέσα για να πει κάτι που το θεωρούσε εκείνη τη στιγμή σημαντικό. Είμαι σίγουρος πια πως ούτε και αυτός το θεωρούσε σημαντικό, απλά ήθελε να νιώθει έτσι. Το σακάκι, το άρωμα και το προσεγμένο μουστάκι ήταν κομμάτι αυτής της σημαντικότητας που από μέσα του έλειπε. Σε ένα μίτινγκ προσπάθησε να μάθει και σε μένα πως να πουλάς την πραγματική σου αξία για χάρη της εικονικής αξίας, αυτής που για τον ίδιο – και για τους περισσότερους ανθρώπους όπως καταλαβαίνω ακόμα καθημερινά- είναι πιο σημαντική. Μέσα σε όλες τις άχρηστες συμβουλές του, σχεδόν εντολές, ήταν και η τσάντα στην οποία θα έβαζα τα έγγραφα και τα βιβλία μου. «Μια δερμάτινη τσάντα, μαύρη, σοβαρή, θα δείχνει ότι είσαι καλός καθηγητής. πρόσεχέ τα αυτά, θέλω να σαι σένιος, ωραίος.» Την ξέρω την απάντησή μου αν μου το έλεγε σήμερα. «Δε φαίνεται από εκεί η αξία μου αδερφέ μου. επειδή το έχεις μπερδέψει εσύ μην προσπαθείς να μπερδέψεις κι εμένα σε αυτό.» Φυσικά αν επέμενε θα του εξηγούσα ότι είναι μαλάκας, απλά λέγοντάς του «ε είσαι μαλάκας!». αλλά ήμουν μικρός ακόμα. Και απλά ψέλισσα κάτι. Σίγουρα δε θα έπαιρνα δερμάτινη τσάντα. Έλεος, απλά θα περίμενα να το ξεχάσει! Σιγά. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο το έκανα και με την επίσημη ένδυση στις δημόσιες υποχρεώσεις. Απλά πήγαινα, μετά οι ανώτεροι έκαναν παράπονα για το ντύσιμο μου και μετά τέλος. Και την επόμενη φορά πάλι τα ίδια. Ε όχι να φοράω και γραβάτα ή να γυρνάω στους διαδρόμους με δερμάτινη τσάντα με λουράκι και γυαλισμένο δερμάτινο χερούλι!! Το βράδυ της ίδιας μέρας που ο αρχίδας με «συμβούλεψε» να πάρω μια τέτοια τσάντα, γιατί έτσι αξιολογείται η αξία του ανθρώπου, βρέθηκα με την τότε κοπέλα μου ως συνήθως. Οργισμένος φυσικά και χωρίς να έχω ηρεμήσει, αφού δεν έβρισα τον μαλάκα και ως καλό παιδί κρατήθηκα, της είπα όσα έγιναν. Ακόμα πιο έντονα και εκνευρισμένα από όσο τα γράφω εδώ. Ήταν αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς, μια ημερομηνία κοντά στα γενέθλιά μου, κάπου στην αρχή του Σεπτεμβρίου.

Αν έφτασες μέχρι εδώ, σίγουρα έχεις φανταστεί το χειρότερο δώρο γενεθλίων που μου έκαναν ποτέ. Το βράδυ των γενεθλίων μου λοιπόν, γυρνώντας με το αυτοκίνητο σπίτι της, λίγες μέρες μετά από όλα αυτά, η κοπέλα μου – σημαντικότατος και ίσως ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος εκείνη τη στιγμή- μου έδωσε το δώρο μου μετά από μια σίγουρα ωραία βραδιά που όμως την έχω ξεχάσει. Όμως ποτέ δεν ξέχασα την στιγμή που άνοιξα, όλο χαρά και προσμονή, το δώρο της. Ακόμα ένα κλιπάκι για τη συλλογή μου.Μπορώ να το δω ξεκάθαρα και να νιώσω ακριβώς όπως και τότε κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου και το σκέφτομαι.Η τότε απάθειά της στην ιστορία μου, που με σιγουριά πλέον μπορώ να πω ότι δεν άκουσε καν παρόλη την οργή και το θυμό μου, έγινε το βασικό συναίσθημα που έχω όταν ανακαλώ τέτοιες στιγμές από τότε. Μαζί με μια μικρή δόση απέχθειας για τους ανθρώπους. γενικά.

Από μια μεγάλη, χάρτινη σακούλα έβγαλα έκπληκτος μια μαύρη, δερμάτινη τσάντα. Με δερμάτινο λουρί για να την κρεμάω στον ώμο και γυαλισμένο δερμάτινο χερούλι. Προφανώς είχε ακούσει μόνο την περιγραφή  αυτού του αντικειμένου από όλη την ιστορία, χωρίς να έχει καταλάβει ότι ήταν ακριβώς το αντικείμενο που θα απεχθανόμουν να είχα πάνω μου οπουδήποτε, και ειδικά στη δουλειά μου, αφού θα καταντούσα ίδιος με αυτό το γλοιώδες πράγμα που αυτοαποκαλούνταν διευθυντής μας

«για να δείχνεις κι εσύ σένιος στη δουλειά, όπως ήθελες!» μου είπε χαμογελώντας, όλο χαρά. Την ευχαρίστησα προσπαθώντας να κρύψω το συμπέρασμά μου για εκείνη, που μόλις είχα βγάλει μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου. Τη φίλησα, βγήκε από το αυτοκίνητο και χαρούμενη που είχε βρει το σωστό δώρο για μένα, πήγε σπίτι.

αλέξης π.