«Με κάνει να μιλάω, την κάνω να γελάει»

•Μαρτίου 12, 2016 • Σχολιάστε

Με κάνει να μιλάω. Πόσο μου χει λείψει ο άνθρωπος που θα με κάνει να μιλάω. Ελάχιστες στιγμές τα τελευταία χρόνια. Πόσο μάλλον όταν τις στιγμές που αποφασίζεις να μιλήσεις, ο άνθρωπος που θα αποφασίσεις να μιλήσεις σε χλευάζει. Γι’ αυτό που λες εκείνη την ώρα. Δεν το πιστεύει. Και φταις κι εσύ που δεν το πιστεύει αλλά και οι προηγούμενοι άνθρωποι που την πρόδωσαν στη ζωή της. Κι έτσι το φταίξιμο πηγαίνει από άνθρωπο σε άνθρωπο και απλώνεται τόσο που τελικά είναι σα να μη φταίει κανείς. Δε φταίει κανείς που οι άνθρωποι είναι κακοί, που σκέφτονται με δόλο και συμφέρον, που σε κάνουν να μη μιλάς σε άνθρωπο χρόνο με το χρόνο. Καιρό με τον καιρό. Και τελικά αποφασίζεις ότι θα μιλάς σε δύο τρεις ανθρώπους. Που είναι φίλοι. Και μερικοί φίλοι είναι τέτοιοι μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο. Μου θυμίζω κοριτσάκια που είχα κατά καιρούς δίπλα μου και είχαν μια αδερφική φίλη που τώρα δεν υπάρχει στη ζωή τους. Μου συνέβη σε μεγάλη ηλικία θαρρώ αυτό. Λίγο γιατί είμαι τυχερός και λίγο γιατί δε μιλάω. Δε μιλάω εδώ κι εκεί. Οι άνθρωποι ξέρουν περισσότερα για μένα όχι από μένα. Πολυ λίγοι άκουσαν για μένα περισσότερα από όσα έχουν ακουστεί γενικά. Και τελικά τι πειράζει? Τι είσαι τελικά? Είσαι αυτό που είσαι κι εξηγείς σε όλους τους γύρω σου ή μήπως αυτό που ακούγεται από τους περισσότερους ότι είσαι? Δε βιάζομαι να απαντήσω πιο σοφός τωρα. Πιο σοφός μετά από τόσα χρόνια που είδα στη ζωή μου ανθρώπους πολύ κοντά μου, ανθρώπους του «σ΄αγαπώ», να μου περιγράφουν καθημερινά κάποιον που ΔΕΝ είναι. Κάποιον που θά θελαν να είναι. Και πίσω απο τις περιγραφές του τι θα θελαν κρύβονται οι ίδιοι. Φοβάμαι ότι μπορεί να χουν δίκιο οι πολλοί. Φοβάμαι πως περιγράφω τι θα θελα, αλλά είμαι κάτι άλλο. Πότε έτσι πότε αλλιώς νιώθω. Γι αυτό δε βιάζομαι να απαντήσω. Είμαι πιο σοφός τώρα. Παιρνούν τα χρόνια και καταλαβαίνω τους ανθρώπους καλύτερα τώρα. Που και που γίνομαι κι εγώ σαν αυτούς. Που και που μ αρέσει. Κυρίως όμως το σιχαίνομαι. Μεγαλώνοντας καταλαβαίνω. Κι αυτό που κατάλαβα είναι πως πρέπει να ζεις τη στιγμή σαν τίποτα άλλο. Το γράφει κάθε μικρός άνθρωπος με ευκολία στο φεισμπουκ, το κάνει μοτό στο ινσταγκραμ, αλλά παίρνει χρόνια να το καταλάβει κανείς, θαρρώ. Καμία αντίθεση δεν υπάρχει εδώ. Τελικά όσο μεγαλώνω και ωριμάζω καταλαβαίνω πως πρέπει να ζεις τις στιγμές. Ενώ νομίζουν όλοι ότι μεγαλώνοντας σταθεροποιείσαι. Συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο. Ωριμάζοντας καταλαβαίνεις πόσο μικρή και πολύτιμη είναι η κάθε στιγμή. Πρέπει να βγάλεις από κάθε στιγμή κάτι. Γιατί καμιά δε σου κάνει το χατήρι να γυρίσει πίσω. Με κάνει να μιλάω. Πόσο όμορφο, πόσο μου έλειψε.

Την κάνω να γελάει. Ας το αλλάξω λίγο. Να θέλω να την κάνω να γελάει. Αυτό μου έλειψε ναι. Το προηγούμενο όχι. Είμαι τυχερός, έξυπνος και τα καταφέρνω στο προηγούμενο. Οι άνθρωποι γελούν μαζί μου, πολλοί με προσέχουν, πολλοί μαθαίνουν. Και κάποιοι με ερωτεύονται. Είμαι τυχερός σ αυτό. Και μ αρέσει πολύ και αυτό. Πάρα πολύ μερικές φορές. Αλλά να θέλω να την κάνω να γελάει. Πόσο μου έχει λέιψει ο άνθρωπος που θα θέλω να τον κάνω να γελάει. Καθημερινά. Συνέχεια. Κάτι να σκαρφίζομαι απλώς για να γελάει. Εδώ ναι.. υπάρχει αντίθεση. Είναι δύσκολο να μπουν και τα δύο στην ίδια πρόταση. Όπως εύκολα κάνεις εσύ. Είναι αντίθετες οι εννοιες για μένα νομίζω. Γι αυτό που είμαι. Γι αυτό που έγινα τριάντα χρόνια τώρα που σφυρηλατούμαι. Κάθε ανάμνησή σου και μια σφυριά. Μαζί με τόσες τόσες άλλες. Ένα γλυπτό που συνέχεια αλλάζει το σώμα μου. Ένα κέρινο άγαλμα που ζεσταίνεται και αλλάζει σχήματα η ψυχή μου. Ναι. Αλλάζω κι εγώ. Συνέχεια. Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι αλλάζουν πιο εύκολα. Τείνει ο κόσμος, τείνει η ανθρώπινη φήμη να σε κάνει να πιστέψεις ότι μεγαλώνοντας σκεβρώνεις. Μα αυτό είναι το παράλογο. Μεγαλώνοντας αλλάζεις. Γιατί καταλαβαίνεις πιο εύκολα ότι όλα αλλάζουν γύρω σου. Άλλη μια φαινομενική αντίθεση που ένας σκέτος άνθρωπος θα πιστεύει σε όλη του τη ζωή. Που ένας σκέτος άνθρωπος, και συνέχεια άνθρωπος, θα διαλαλά σα μια αλήθεια που ανακάλυψε μετά από κόπο ενώ απλά άκουσε ομοίους του να την επαναλαμβάνουν συνέχεια.

Η μόνη αντίθεση για μένα είναι αυτή. Αυτή που εύκολα θα χρησιμοποιήσεις σε μια σου όμορφη στιγμή. Αυτή που ιδέα δεν έχεις ότι έγινε η αφορμή μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου να γραφτούν όλα αυτά. Να μπουν αυτές οι δυο μικρές προτάσεις μαζί. Σε μία. Στο ίδιο σύνολο. Γιατί εγώ όταν μιλάω όπως θέλω δύσκολο μόνο να γελάς. Θα θες να φύγεις πολλές φορές. Να πας στα γέλια. Να πας στα καλά. Στα εύκολα. Στα μόνο όμορφα. Αυτό είναι ένας άνθρωπος που δεν αλλάζει όμως. Αυτό είναι ένας σκέτος άνθρωπος. Γιατί εγώ όταν θα σου μιλάω δε θα γελάς μόνο. Θα ακούς σοβαρά, θα τρέμεις, θα βουρκώνει, θα αηδιάζεις, θα κλαις, θα γελάς ξανά. Γιατί έτσι έιναι η ζωή. Η ζωή που αγαπάμε και μας αγαπάει μας τα μαθαίνει όλα. Μας κάνει να τα ζούμε όλα. Σε στιγμές. Στιγμές γέλιου. Αγωνίας. Φρίκης. Ευτυχίας. Θλίψης. Λαγνείας. Ένα παιδί περπατάει με τα χέρια μόνο για να γελάσει. Αν κουραστεί σταματά. Ένα παιδί ακούει την ιστορία σου μόνο αν το κάνει να γελά. Αν το φέρει σε θέση δύσκολη φεύγει. Μα εγώ είδα ένα φίλο που δε μπορούσε να περπατήσει ούτε στα πόδια του πρόσφατα. Κι έκλαψα μόνος μου το ίδιο βράδυ. Μα εγώ άκουσα μόνο πόνο από σένα μερικά βράδια. Πόνο που πηγάζει από τη ζωή σου όλη όχι μόνο από μένα. Και συμφιλιώθηκα μαζί σου και κοιμήθηκα δίπλα σου, παρά την ασχήμια σου που ακόμα με ταράζει. Να λοιπόν πως όταν ζήσεις πιο πολύ καταλαβαίνεις πως πρέπει να αλλάζεις. Να είσαι εξελίσιμος σαν το γενετικό σου υλικό. Να αλλάζεις σχήμα σαν το σύμπαν το ίδιο. Μη προσαρμόσιμος είναι και αυτός που μένει σταθερός στην ιδέα της μόνιμης ευτυχίας, της χαράς, του γέλιου και μόνο.

Η μόνη αντίθεση για μένα, λοιπόν, είναι αυτή. Να βάλω αυτές τις φράσεις στην ίδια πρόταση. Αυτές τις αντιθέσεις σε ένα βάζο. Ένα λουλούδι κι ένα αγκάθι μαζί. Αλλά μεγάλωσα. Κι αυτές οι αντιθέσεις μοιάζουν η ζωή η ίδια. Και γίνεται κι αυτό, θαρρώ. Καποια στιγμή θα γίνει. Το εύχομαι που και που. Που και που μ αρέσει..

«Με κάνει να μιλάω, την κάνω να γελάει»

Αλέξης Π.

μέχρι τότε

•Νοεμβρίου 8, 2015 • Σχολιάστε

Σίγουρα.

Η χειρότερη περίοδος της ζωής ενός ανθρώπου είναι αυτή. Σίγουρα ακόμα και ο διαρκής θυμός, το πάθος με τα μέγιστα και τα ελάχιστα, ο πόνος ο ψυχικός ή ο βιολογικός είναι καλύτερα. Πόσο μάλλον όλες οι περίοδοι με θετικά μόνο συναισθήματα. Το χειρότερο είναι η απάθεια. Η απάθεια προς τη ζωή που πηγάζει απ τη μοναξιά.

Και εννοω τη μοναξιά. Την ένοιωσες ποτέ τη μοναξιά? Εγώ αλήθεια ποτέ μέχρι τώρα. Γιατί όποτε μ’ άφηνε μόνο μια αγάπη είχα να πάω στους φιλους να δούμε μια ταίνια, να πιούμε μια μπυρα και να ξεχαστώ. Η συνειδητά να μου θυμίζουν ότι και η αγάπη σημαντική είναι, κι άλλο τόσο σημαντικό που χάθηκε, αλλά η ζωή είναι σημαντικότερη. Κι όταν δεν είχα τους αντίστοιχους φίλους, που ειλικρινά μέχρι τώρα μάλλον ήμουν τυχερός ή τυφλός σε αυτό, υπήρχε η αγάπη να γεμίζει κάποια αντίστοιχα κενά. Πιο πολύ η αγάπη και φίλος μαζί. Πιο πολύ κάτι σαν εσένα που σε παρατούσα συνεχώς. Εσύ που συνεχώς με παρατούσες ταιριάζεις μάλλον στην πρώτη περιγραφη της αγάπης. Βρείτε τα. Ποιος είναι ποιος. Δεν με νοιάζει. Βρείτε τα. Κι εσείς φίλοι βρείτε τα. Βρείτε ποιοι είστε φίλοι και ποιοι όχι. Βρείτε αν αξίζει να σας λέω φίλους κι αν όχι. Είμαι τυχερός κατά μια έννοια. Γιατί κανείς από τους φίλους δε μπαίνει εδώ κι έχω μια κάποια ελευθερία να γράφω. Πιο ελεύθερα.. Πόσο περίεργο κι αυτό ε? Κανείς από τους φίλους δεν ξέρει ότι γράφω, δεν ξέρει ότι σκέφτομαι έτσι, δεν ξέρει ότι κλαίω, δεν ξέρει ότι είμαι μόνος. Κανεις ποτέ από τους φίλους δεν έδινε παραπάνω σημασία στη μουσική μου απ’ ότι οι ξένοι. Κανείς από τους φίλους δεν έδινε ποτέ σημασία στα γραπτά και στους στίχους μου από κάποιον ξένο που δε γνώρισε τίποτα από μένα παρά τους στίχους μου. Κι ενθουσιάστηκε. Οι φίλοι δεν ενθουσιάζονται με τίποτα. Οι φίλοι έχουν μια περίσσεια έλξη στο να μειώνουν. Στο να χλευάζουν το δημιουργικό. Στο να εξυψώνουν τους εαυτούς τους. Εγώ το σταμάτησα αυτό για τον εαυτό μου εδώ και καιρό. Σταμάτησα να έχω επιμονή στο να ακούσεις τη μουσική μου, στο να καταλάβεις τους στίχους μου, στο να έρθεις στα λαιβ μου, στο να διαβάσεις τις σκέψεις μου. Σταμάτησα να έχω οποιαδήποτε απαίτηση. Αρχικά από τους φίλους. Μετά απ τις αγάπες. Και πάντα από όλους τους άλλους.

Και αυτό έρχεται να δημιουργήσει μοναξιά. Τώρα το καταλαβαίνω. Είναι καταπληκτικό όταν αφήνεις τους ανθρώπους τελείως ελεύθερους να επιλέξουν θα επιλέξουν πάντα το ευκολότερο. Το πιο γελαστό. Το πιο απλό στη σκέψη. Το πιο ευγενές. Το πιο κοινωνικό το πιο ανοιχτόκαρδο στην όψη. Το πιο εύκολο. Το πιο εύκολο. Ακόμα και οι φίλοι. Αυτό είναι το καταπληκτικό. Οι ξένοι προτιμούν τη δημιουργικότητά σου ΜΟΝΟ. Οι φίλοι προτιμούν άλλους αφού αυτή η δημιουργικότητα έρχεται πακέτο με μιζέρια, με «παράπονα», με βαθιές σκέψεις, με πολυπλοκότητες, με εκνευρισμούς κι όχι με χαμόγελα, με χαιδέματα, με ανέκδοτα, με ωραία λόγια χωρίς ΚΑΝΕΝΑ νόημα. Αυτό είναι μάλλον το μυστικό. Το ΜΗ νόημα. Στο ΜΗ νόημα χτίζονται οι σχέσεις των ανθρώπων, φυσικά όχι όλων. Στο ΜΗ νόημα στήνονται οι πιο ωραίες παρέες, φυσικά όχι όλες.

Αλλά θα μείνω μόνος. Ναι θα μείνω μόνος απ το να γίνω ένας άνθρωπος χωρίς νόημα. Δε θέλω να μου μιλάει κανείς. Θέλω να βγάζει καταρχήν νόημα αυτό που σου λέω. Θελω να σαι όμορφος για να στο πω φίλε. Θέλω να δω την προσπάθειά σου για να σου πω μπράβο φίλε. Θέλω να σαι σωστός για να σε αγκαλιάσω φίλε. Ποτέ άνθρωπος χωρίς νόημα, ποτέ λόγια χωρίς νόημα κι ας σε χάσω φίλε.

Κι επιλέγω το μόνο που μένει. Επιλέγω το μόνο.

Θα φοβόμουν λίγο καιρό πριν και θα γύριζα σε σένα. Σε σένα και σε σένα. Θα φοβόμουν πριν από λίγο καιρό και θα προχωρούσα σε σένα. Σε σένα και σε σένα. Θα φοβόμουν πριν από λίγο καιρό και θα έψαχνα για ένα και δυό και τρεις φίλους ακόμα. Αλλά όχι. Τριάντα χρόνια ζωής με νόημα μου λένε όχι. Όχι. Μόνος. Μέχρι να βρεθούν φίλοι με νόημα, χωρίς να αποκλείεται να είναι τα ίδια πρόσωπα. Μέχρι να βρεθούν αγάπες με νόημα, χωρίς να αποκλείεται να είναι τα ίδια πρόσωπα.

Και ναι. Τότε, ελίτσα μου, τότε θα αγωνιστώ. Και ναι. Τότε φίλε μου, τότε θα αγωνιστώ. Μέχρι τότε μόνο θα γίνομαι καλύτερος. Μέχρι τότε μόνο θα κλαίω μόνος μου. Γιατί να κλαίς έχει νόημα μόνος. Η κοντά σε ανθρώπους με νόημα. Μέχρι τότε λοιπόν..

Αλέξης Π.

Να πειράζει

•Ιουλίου 18, 2015 • Σχολιάστε

Είμαι τριάντα πια. Και με πειράζουν πολλά πράγματα. Και δεν έχω υπομονή για πολλά πράγματα. Απορώ πως για σένα είχα τόση. Είναι αρρώστια η υπομονή μετά από λίγο. Είναι κατάρα. Γιατί είναι ο βασικότερος τρόπος να χάνεις ζωή. Η ζωή κυλάει κι εσύ κανεις υπομονή. Η ζωή κυλάει κι εσύ λες δεν πειράζει. Αξίζει λίγο υπομονή ακόμα. Όχι. Πειράζει. Η καριολιά πειράζει και πρέπει να πληρώνεται. Και για τους ανθρώπους που είναι πια στα τριάντα, τις καριόλες και τους καριόληδες που είναι πια τριάντα, δυστυχώς το να αλλάξουν τώρα πια φαντάζει πολύ δύσκολο. Έχουν μεγαλώσει έτσι, έχουν σφυρηλατήσει τις απόψεις τους, δεν σηκώνουν κουβέντα κι όσο πούστικα κι αν φέρονται θα βρουν πάντα τρόπο να φύγουν, να φτύσουν, να λεηλατήσουν ψυχές με το κεφάλι ψηλά. Και πάντα με μια μικρή, άρρωστη δόση χαράς. Χαράς του πρωτόγονου που μόλις ξερίζωσε την καρδιά του πολεμιστή της γειτονικής φυλής. Το αίμα, το ψυχικό αίμα άλλων τρέφει αυτούς τους ανθρώπους. Και καμία τιμωρία δεν θα τους αλλάξει πια. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους θα μείνουν τα ζώα που είναι. Θα βρουν νευραλγικές θέσεις στην κοινωνία για να έχουν μια ευρύτερη αποδοχή και να αποτελούν ανάγκη για πολλούς ανθρώπους. Θα κρύψουν την καριολιά τους, την έμφυτη πια παλιανθρωπιά τους κάτω από σακάκια ή ταγιέρ, πίσω από γραφεία προεδρικά ή πολυθρόνες δερμάτινες. Άρωμα πάνω από τη βρώμα τους. Αιθέρια έλαια πάνω από τη μπόχα τους.

Είμαι τριάντα χρονών πια και δεν είμαι παλιάνθρωπος. Και καταλαβαίνω τελικά πως αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά μου. Κανένα πτυχίο, κανένα κορίτσι, κανένα αμάξι, κανένα λεφτό. Δεν είμαι παλιάνθρωπος και σιχαίνομαι τους παλιανθρώπους. Θέλω αυτομάτως να νεκρωθούν όλοι. Τώρα. Με μια μαγική συσκευή να πάψουν να κάνουν κακό στον υπόλοιπο κόσμο. Θα δείτε ανθρώπους να νεκρώνονται που ούτε που πήγαινε το μυαλό σας. Ευχαριστώ τον πατέρα μου που δεν άφησε να γίνω παλιάνθρωπος. Το μεγαλύτερό του επίτευγμα πάνω μου. Και νομίζω ότι θα μου έμοιαζε πολύ και στα δικά του τριάντα. Λέω φράσεις και κάνω πράγματα που κάνει κι αυτός ακόμα και σήμερα και προσποιούμαι ότι δυσανασχετώ. Αλλά χαίρομαι τόσο πολύ! Χαίρομαι που ένας απλός δάσκαλος που δεν έκανε «τίποτα» στη ζωή του είναι ο σοφότερος άνθρωπος του κόσμου! Τίποτα δεν έκανε, απλά έκανε σωστούς ανθρώπους εκατοντάδες παιδιά που πέρασαν από τις τάξεις του. τίποτα ιδιαίτερο. Φαντάζομαι ένας διευθυντής που ασχολείται με λεφτά και νομικές πουστιές όλη μέρα είναι πολύ πιο χρήσιμος στην κοινωνία των κωλανθρώπων.

Είμαι τριάντα χρονών κι ευτυχώς δεν είμαι παλιάνθρωπος. Με πείθουν γι αυτό αρκετά συχνά οι σκατάνθρωποι που άφησα να κυκλοφορούν στη ζωή και στην ψυχή μου. Κάνουν πράγματα ντροπιαστικά για κάθε απλή ύπαρξη για να φανούν δυνατοί. Αθλιότητες για να την σκαπουλάρουν με την πούστικη μορφή τους. Και πείθομαι ότι εγώ δεν θα τα έκανα ποτέ όλα αυτά. Θα προτιμούσα να χάσω. Καλύτερα να χάσω παρά να πουληθώ. Καλύτερα να χάσω παρά να βρωμάω. Καλύτερα να χάσω παρά να δηλητηριάσω. Καλύτερα να χάσω παρά να σκοτώσω ψυχές. Καλύτερα να χάσω παρά να γελάσω με τη μιζέρια του άλλου. Καλύτερα να χάσω παρά να μειώσω τους γύρω μου για να φανώ ανώτερος. ευτυχώς δεν είμαι παλιάνθρωπος. Ευτυχώς βρέθηκαν τέτοιοι στο δρόμο μου για να καταλάβω πράγματα για μένα. Αλλά δεν τους ευχαριστώ γι αυτό. Δεν αξίζουν ευχαριστίες, συγγνώμες, συμπόνιες οι σκατάνθρωποι γύρω σας. Μακάρι να μουν τόσο πράος που να μπορούσα. Αυτό μου λείπει. Αλλά να μου λείπει. Μου φτάνει που δεν είμαι παλιάνθρωπος. Μου φτάνει.

Οι μικροί άνθρωποι. Αυτοί μπορουν να πάρουν όποιο δρόμο μάθουν. Κι αν μάθουν στο δρόμο της καριολιάς, κάποια στιγμή θα γίνει γονιδιακό και θα το κουβαλούν για πάντα μαζί τους. Στους μικρούς ανθρώπους που έχουν όλα τα στοιχεία να γίνουν δολοφόνοι ψυχών υπάρχει μεγάλο νόημα να τους δείξεις άλλο δρόμο. Στους μικρούς σε ηλικία ανθρώπους που έχουν όλες τις ενδείξεις ότι αν συνεχίσουν έτσι θα φέρθούν πούστικα σε πολλούς ακόμα, έχει νόημα να τους χαστουκίσεις με κάποιο τρόπο. Γιατί υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να αλλάξουν δρόμο. Κάτι ακόμα που ήρθε με τα τριάντα μου χρόνια είναι να τους ξεχωρίζω αυτούς τους ανθρώπους. Μικρές κοπέλες που αθώα και ψεύτικα τώρα φλερτάρουν και πηδιόνται με δυο ή τρεις την ίδια εποχή, μαλακισμένα αγόρια που λένε «σ αγαπω» ίσα για να χύσουν κάποια και να φύγουν, κωλοπαίδια που σχολιάζουν με τόση ασχήμια τους συμμαθητές που δεν ταιριάζουν με τη δική τους συμπεριφορά, καριολίτσες που θεωρούν ότι οι άνθρωποι άλλων λαών βρωμάνε. Τυχαίνει περισσότερο να συναντώ κοπέλες που καταλαβαίνω ότι θα γίνουν οι σκατάνθρωποι που περιγράφω παραπάνω όταν γίνουν κι αυτές τριάντα χρονών. Δεν είναι ακόμα. Γιατί ακόμα είναι μικρές. Και φαίνονται όλα αστεία όταν είσαι μικρός. Αν μπορώ να κάνω κάτι για να μη γίνουν παλιάνθρωποι καποιοι ακόμα αθώοι θα το κάνω. Και να το κάνεις κι εσύ. Ας μη λέμε πάντα «δεν πειράζει». Το «δεν πειράζει» οπλίζει το κακό. Οπλίζει την παλιανθρωπιά. Την πούστικη συμπεριφορά. Στην αρχή για πλάκα και μετά απο μια έμφυτη κακία και καριολιά που ούτε και ο ίδιος ο παλιάνθρωπος δεν ξέρει από που προήλθε ή δεν την αναγνωρίζει καν. Ας μη λέμε πάντα «δεν πειράζει». Μη λες πάντα «δεν πειράζει». Να πειράζει. Το λέω σε σένα που τα μάτια σου μου έιπαν όσο σε είχα μαθητή ότι παλιάνθρωπος δε θα γίνεις. Φρόντισε να μη γίνουν και οι γύρω σου.

Αλέξης Π.

μην ακούς

•Ιουλίου 2, 2015 • Σχολιάστε

Κοίτα μόνο τα μάτια τους. Μόνο αυτό να κάνεις με τους ανθρώπους. Όλους. Και αυτούς που ντύνονται άνθρωποι μόνο. Ειδικά αυτούς. Μην ακούς τι λένε. Απλά μην ακούς τι λένε. Το μόνο που πρέπει να σταματήσεις να κάνεις. Μόνο να τους κοιτάς καθώς μιλάνε. Μέσα στα μάτια. Όχι στα τηλέφωνα, όχι στα μηνύματα. Πάντα μέσα στα μάτια. Μην πιστεψεις τίποτα άλλο εκτός από αυτό που θα δεις. Μην πιστέψεις τίποτα άλλο που αντηχεί στα αυτιά σου ή είναι γραμμένο. Βασίσου μόνο στην έβδομη αίσθηση σου. Ξεκινά να γίνεται όπλο όταν θα αρχίσει να γίνεται βίωμα. Όταν η ψευτιά σε όλες τις άλλες αισθήσεις αρχίζει να γίνεται εμμέσως αισθητή. Τότε το όπλο σου είναι αυτή, η μόνη εμπιστεύσιμη, η έβδομη αίσθηση.

Θα αρχίσει να σε κατακλύζει η γνώση της όταν την κοιτάξεις μες τα μάτια και αυτά που λέει κάνουν fadeout. Και αρχίζεις να ακούς τι περνά από το μυαλό της εκείνη την ώρα. Όταν διαπερνάς το γλυκό βλέμα και μπαίνεις πιο μέσα, με μόνο τρόπο εισόδου πάντα τα μάτια. Βαθιά μέσα στα μάτια κοίτα τους. Οι πιο καλά εκπαιδευμένοι «άνθρωποι» σε αφήνουν να τους κοιτάξεις όσο θες. Είναι σίγουροι ότι δε θα «ακούσεις». Γιατί τα πραγματικά ηχητικά κύματα που δημιουργούν καθώς τους κοιτάς είναι γλυκά και όμορφα και πολλά υποσχόμενα. «άκου». την ώρα που στα τύμπανά σου μανιωδώς  χτυπούν όμορφα κύματα. Την ώρα που επικρατεί ο γλυκοψεύτικος λόγος της, εσύ μπες βαθιά μέσα από τα μάτια της και «άκου». Άκου πως γίνεται το «δε γίνεται αλλιώς» να σημαίνει «με την πρώτη ευκαιρία θα το κάνω να γίνει αλλιώς» . Μείνε λίγο στα ματια της και νιώσε το «σ αγαπώ», που χρειάζεται αέρας για να ακουστεί, πως χαμηλώνει και αυξάνει η «φωνή» που λέει «είμαι μόνη και δε μπορώ μόνη». Μάθε να ξεχωρίζεις ότι το «ας αναβάλλουμε για λίγο αργότερα» σημαίνει » θα σου γαμήσω την ψυχή όταν σιγουρευτώ ότι δεν θα μαι μόνη».

Επιτέλους μάθε. Μάθε τους ανθρώπους εκεί γύρω σου. Μάθε ότι τα ντυμένα ζώα πάντα θα είναι οι νικητές σε όλο αυτό. Τα γλυκά τέρατα με ωραία χροιά στον σωστά πλασμένο λόγο τους πάντα θα έχουν το κεφάλι ψηλά μπροστά στους άλλους. Πάντα θα κοιμόνται ήσυχα ροχαλίζοντας με ρυθμό..

Σταμάτα να ελπίζεις σε δικαίωση και αγάπη εκφρασμένη αένα, και κοίτα τους «ανθρώπους» στα μάτια. Θα αναπτύξεις κι εσύ αυτό το χάρισμα. Το χάρισμα να μη σε λυγίζουν ψευτιές, αδυναμίες, απανθρωπιές, φόβοι άλλων. Το χάρισμα να καταλαβαίνεις το συμφέρον, την πονηριά, την πουστιά, την αχαριστία με μια μόνο ματιά. Μια μόνο ματιά κάποτε θα φτάνει.

Μια μόνο ματιά κάποτε θα φτάνει.Θα μάθω κάποτε μια μόνο ματιά να μου φτάνει για να ακούσω.

Τώρα έχω ανάγκη κι άλλες.

Τώρα έχω ανάγκη κι άλλες ματιές σου.

Αλέξης Π.

εγώ όχι

•Μαΐου 29, 2015 • Σχολιάστε

«Και πως ήθελες να ναι? Θυμήσου. Τα βαριά αισθήματα φέρνουν και βαριές λέξεις. Και μετά τις κουβαλάς. Θυμήσου. Εσύ έχεις πολλά περισσότερα χρόνια για να ανακαλέσεις θύμησες. Πολύ περισσότερο καιρό σου πήρε η ζωή κι ακόμα δεν κατάλαβες. Με ρωτάς. Γιατί με ρωτάς? Δε μιλάω πολύ. Μα τα θυμάμαι όλα. Νομίζεις πως δε θυμάμαι? Επειδή έτσι σου λέω? Όχι. Δεν το πιστεύω αυτό για σένα. Ξέρω πως δεν είσαι τόσο απλός. Τόσο απλός για να πιστεύεις το «δεν ξέρω» μου, το «δεν θυμάμαι»  μου. Κι όμως ρωτάς. Ρωτάς και ξαναρωτάς. Περιέργεια. Ανασφάλεια. Ή απλά τρόπος να πιάσεις συζήτηση. Να ακουστεί κάτι μέσα στο αυτοκίνητο. Μα ας μην ακουστεί τίποτα. Αφού κι εσύ τέτοιος είσαι σαν εμένα. Ας μην ακουστεί τίποτα λοιπόν. Γιατί δεν σταματάς? Γιατί δεν το βουλώνεις πια? Θα πάρω θάρρος και θα βρώ τον τρόπο! Θα πάρω θράσος και θα σε φιλήσω!

Θυμάμαι καθετί. Που πήγαμε. Κάθε σου λέξη. Κάθε μικρή κίνηση με το δεξί χέρι σου πάνω μου. Κάθε ανάσα που έπαιρνες κι έπεφτε πάνω μου. Θυμάμαι να κλείνω τα μάτια και να με φιλάς. Θυμάμαι κάθε κύτταρό σου στα χείλη μου. Θυμάμαι κάθε μόριο μυρωδιάς σου. Θυμάμαι την ιδρωμένη σου παλάμη πάνω στο πρόσωπό σου. Τα θυμάμαι όλα. Αλλά «δε θυμάμαι». Φυσικά. Γιατί τα μεγάλα λόγια φέρνουν μεγάλες συγκινήσεις. Οι βαριές λέξεις βαριά αισθήματα. Ή το αντίθετο. Θυμάμαι την πρώτη φορά. Τη δεύτερη. Την τρίτη. Την τέταρτη. Όλες ξεχωριστά. Σε κάθε λεπτομέρεια. Και τις θυμάμαι όλες μαζί μπορεί μέσα σε μια στιγμή. Μια χρονική ή τοπική στιγμή. Σε μια νότα ή ένα bit από κομμάτι active member.

Αλλά μη ρωτήσεις ξανά. Γιατί μπορεί να μην κρατηθώ. Απλά σε κοιτάω για να καταλάβεις ότι δεν γίνεται να μη θυμάμαι. Απλά το βλέπεις κι εσύ. Μη ρωτάς λοιπόν. Άφησα τα δάχτυλά μου να στο πουν όταν δειλά αγκάλιασαν ένα κομμάτι σου. Άφησα τα μαλλιά μου να στο πουν όταν τα άφησα λυτά πάνω σου. Άφησα τα χείλη μου να στο πουν και το δέρμα μου, όταν κόλλησαν όσο τα άφησες πάνω στα δικά σου. Ήμουν σαφέστατη. Η συζήτηση για θύμησες θα τελειώσει εδώ. Ό,τι άλλο θες. Ό,τι άλλο θες στο τώρα. Και στο μετά. Και στο πάντα. «

αντικατάσταση

•Απριλίου 28, 2015 • Σχολιάστε

Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Πόσες φορές το έχεις ακούσει αυτό. και όλο για άλλα είδη μιλούν. Γίνεται όμως να χωρίσεις το ίδιο σύνολο με πολλούς τρόπους, με πολλά κριτήρια. Εγώ θα σου μιλήσω για δύο είδη ανθρώπων που θα χεις γνωρίσει. Και να μην το ξέρεις ακόμα -αμοιρε γείτονα- θα το καταλάβεις. Ειναι αυτοί που σκοτώνουν ψυχές κι αυτοί που σκοτώνονται. Μπορεί μια μπορεί πολλές φορές. Φυσικά, όπως πάντα, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Υπάρχουν κι αυτοί που ανήκουν και στις δύο κατηγορίες, αυτοί που ξεκίνησαν σα θηράματα κι εξελίχθηκαν σε κυνηγούς ψυχών, αυτοί που γαμάνε και σκοτώνουν άλλες ψυχές για να αντέξουν κάπως τους δικούς τους βιασμούς. Θαρρώ κι εμένα έναν τέτοιο. Αλλά ας μη μιλήσω για μένα ακόμα. Ας μιλήσω για σας όπως στη βρώμα κάτω από τη βρώμα, έτσι κι εδώ μονοπωλείτε. Στη βρώμα. Στη σκέψη. Στο κλάμα. Στο θυμό. Στην αγάπη. Πάντα στην αγάπη.

Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Κι εσύ είσαι από αυτούς που σκοτώνουν ψυχές. Νέα ακόμα δεν έχεις σκοτώσει πολλές, θαρρώ δύο. Τη δική μου και του επόμενου που αγάπησες. Έτσι αγαπάνε αυτοί οι άνθρωποι. Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Αγαπούν αυτοί οι άνθρωποι. Και αυτοί. Κι εμένα μ αγάπησαν. Αυτά τα τέρατα αγαπούν κανονικά όπως όλοι. Αγκαλιάζουν. Δηλώνουν πράγματα βαριά, πράγματα παραδεισένια αυτοί οι άνθρωποι. Και τα πιστεύουν. Μην παρεξηγηθώ. Τα πιστεύουν όλα αυτοί οι άνθρωποι. Αλλά έρχεται η ώρα. Η ώρα που θα σκοτώσουν ό,τι έζησε δίπλα τους. Θα γαμήσουν ό,τι χτίστηκε δίπλα τους, θα ακυρώσουν όποια προσπάθεια, θα ξεσκίζουν με τα δόντια, τα έργα και τα νύχια τους τα θηράματά τους. Και κυρίως θα σκοτώσουν τα τωρινά θηράματα με άλλα, επόμενα, νέα. Θα τα φέρουν στην ίδια θέση για να εκτοπίσουν τελειωτικά από τις ψυχές και τις καλές υφές τους το προηγούμενο θήραμα. Με νέα. Που απλά δεν το ξέρουν ακόμα ότι είναι. Ούτε αυτοί το ξέρουν ακόμα, αναθαρρούν ότι θα πάει καλά δε θα χει αίμα αυτή τη φορά. Μα δε θα αντέξουν στον πειρασμό. Θα σκοτώσουν. Απλά και μόνο για την απόλαυση. δε θέλω να παρεξηγηθώ. ούτε αυτοί το ξέρουν ούτε και τα προς σφαγήν πρόβατα φυσικά. Μετά από ένα άγριο χoρό γύρω από το πτώμα με τα αίματά του, τα αίματά μου, στο πάτωμα του σπιτιού τους -τι μου θυμίζει άραγε- θα σκουπίσουν γρήγορα γρήγορα, θα ρίξουν χλωρίνη, θα φύγουν τα πάντα. Τα πάντα που θυμίζουν το άξεστο θήραμα που είχε το θράσσος να θέλει να ζήσει μαζί τους και να τους δείξει δικά του πράγματα κι όχι μόνο να προσκυνά τα δικά τους. Θα καθαρίσουν από τις τρίχες των προβάτων που μόλις έσφαξαν τα μαξιλάρια τα μαλακά σε κόκκινους και εκρού καναπέδες, θα τινάξουν τα σεντόνια από τα σπέρματα και τις κάβλες των σκοτωμένων ανθρώπων και γρήγορα θα σχεδιάσουν το πως θα αγαπήσουν το επόμενο θήραμα. Μέσα σε λίγες μέρες το έχουν βρει και θα το ζαλίσουν με λόγια (τα ίδια λόγια που σε όλους έλεγαν), με τραγούδια (τα ίδια που σε όλους τους σκοτωμένους έβαζαν), με χορούς (τους ίδιους που σε όλους έκαναν, με καβλιάρικες κινήσεις (που από τους σκοτωμένους έμαθαν). Κουρασμένοι οι σκατάνθρωποι αυτοί από τη μάχη τώρα μοιάζουν ήρεμοι, γαλήνιοι, απλοί και άξιοι να αγαπηθούν! Χαζέ, απλά είναι κουρασμένοι. Ουτε κι αυτοί το ξέρουν, θα στο πω πολλές φορές. Αλλά γελιέσαι και δε μ αρέσει να σε βλέπω έτσι γείτονα, κάποτε ορκιζόμουν θα σε γλύτωνα. Κι όμως κοίτα λυγίσαμε, κοίτα πως γείραμε.. αντί δυο ζωές δυο φάσκελα πήραμε. Θα σε γλύτωνα. Τώρα όμως όχι. Τώρα θα το καταλάβεις μόνος σου. Η κουρασμένη γλυκιά αλλά μες την κάβλα κοπέλα που δέχεται τώρα το σκληρό σου ανδρισμό με απόλαυση μέσα της είναι εκεί για να σε γαμήσει την κατάλληλη στιγμή. Όταν με τη γλώσσα στο πάτωμα θα γλύφεις και την τελευταία βρωμιά της, αλλά αυτό πια δε θα φτάνει. η απόφαση θα έχει παρθεί. Θα πεθάνεις στο πάτωμα που έσφαξε κι εμένα, ζωντανό με κοίταγε να σπαρταράω και χόρευε με το κομμένο κεφάλι μου στο ένα χέρι να βγάζει ακόμα αίμα ποτάμι.

Κι εσύ είσαι επίσης αυτός ο άνθρωπος. Φυσικά. Δε μπαίνεις τώρα στο έργο. Ησουν πάντα μέσα. Έτσι κι αλλιώς πάντα μέσα στο μυαλό μου. Άλλοτε με στεναχώρια κι άλλοτε με θυμό. Αλλοτε με κλάματα με αναφιλητά χωμένος μέσα στα μαξιλάρια πάλι κι άλλοτε με μίσος και βρισιμο. Αλλά με μένα πρέπει να θυμώνω. Που δυστυχώς εδώ έπρεπε να με κρεμάσει κάποιος επί μήνες και να με ποτίζει σταγόνες νερό κάθε μέρα (οι προσπάθειες που κατέβαλλε)  για να μην πεθάνω και απλά να υποφέρω, κι εγώ να νομίζω ότι αυτό μας κάνει καλό. Και το καλό θα νικήσει. Τι γράφω τόση ώρα ρε μαλάκα? Που βλεπεις το καλό να νικάει? Ο καριόλης νικάει. Το τέρας. Αυτοί οι άνθρωποι. Διττή και η σημασία του έργου. Ένα που γράφω, κι ένα που παίζεις τόσο καιρό υποκρινόμενη κάποια που άκουσες ότι θα ταν καλό να δείχνεις. Σε σένα και σε όλους. Μεγαλύτερη σε ηλικία, θαρρώ πως σκότωσες μέχρι τώρα περισσότερες ψυχούλες. Που τ απομεινάρια πολλών σε αποζητούν ακόμα, απλά να πας εκεί να τους ξανασκοτώσεις, δεν τους νοιάζει. Απλά να πας εκεί. Κι εγώ πέφτω στην παγίδα καμιά φορά και βρίσκομαι ανήμπορος σ αυτή την ομάδα δαρμένων προβάτων. Και μη ρωτάς τι κάνω για να συνέλθω. Γιατί πρώτον δε συνέρχομαι.Και δεύτερον κλείνω τα μάτια και βλέπω εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που χορεύεις με δάκρυα ευτυχίας, πάνω από το γυμνό, άψυχο σώμα μου, γεμάτο ξεραμένο αίμα που λατρεύεις να απλώνεις πάνω σου και στα ρούχα σου. Λατρεύεις τη στιγμή της νίκης σου. Της επικράτησής σου. Βγάζεις ήχους πρωτόγονους, ήχους λατρείας στο κακό. Και αλλαλάζεις τη νίκη σου! Το θρίαμβο που σαν σφραγίδα φέρει άλλο φαλλό στη σπηλιά σου. Απλά κλέινω τα μάτια μου και φέρνω εκείνη τη στιγμή στο μυαλό. Που στην πραγματική ζωή που έζησα μαζί σου μπορεί να είναι ένας από τους τρόπους άμυνας σου, μπορεί μια κουβέντα που με θίγει και με μαχαιρώνει στη ψυχή, μπορεί μια κλωτσιά, μια τσιμπιά που με γουρλωμένα μάτια γεμάτο μίσος μου ρίχνεις, μπορεί μια ειρωνία που με κάνει απλά να θέλω να σε σκοτώσω εγώ την ώρα που την ξεστομίζεις, μπορεί ένα «άι γαμίσου», μπορεί ένα «είσαι καρμίρης στην ψυχή και στη ζώη, δεν ξέρεις ν αγαπάς», μπορεί ένα «είσαι το λάθος του πατέρα σου» ή ακόμα και το κοινότυπο πια «μη μ αγγίζεις σιχαίνομαι για όσες φορές με ακούμπησες» τι παράλογο τώρα που αφήνεις ό,τι ξένο (μα γνωστό και πάντα εκεί να περιμένει το κακόμοιρο) να σ αγγίζει όσο πιο μέσα γίνεται… Τόσοι τρόποι, τόσα αληθινά παραδείγματα από σένα να πάρω κάτι από την πραγματική ζωή που έζησα μαζί σου και να το εικονογραφήσω σαν τη σιχαμένη τελετουργία που έχεις μάθει και κάνεις πάνω από δεκα χρόνια τώρα στους ανθρώπους. κάθε τέτοια καθημερινή μου εμπειρία, άλλη μια θυσία στο θεό σου. Αλλη μια γιορτή για τα αιμοβόρα πνεύματα που υπηρετείς.

Οι άνθρωποι που σφάζονται -το άλλο είδος- έχουν πλάσει μια ιστορία, έναν αστικό μύθο, ότι τάχα αυτοί οι κυνηγοί κάποτε σκοτώνονται επίσης με τόσο φριχτό τρόπο όσων ψυχών μαζί πήραν στο διάβα τους. Γελιόνται. Οι άνθρωποι τέρατα, όσο μένουν τέρατα, δε θα σπιλωθούν ποτέ. Γι αυτό και τις περισσότερες φορές θα μείνουν για πάντα τέρατα. Είναι πολύ δύσκολο και μπορεί να οδηγήσεις ακόμα και στην τρέλα λένε, αν κάποιος τέτοιος άνθρωπος αποφασίσει να γίνει κανονικός. Αποφασίσει να αφήσει τους σκοτωμούς. Υπάρχει μεγάλος κινδυνος να σκοτωθεί ο ίδιος. Αλλά γιατί να προσπαθήσουν? Θα λένε στον εαυτό τους και γύρω ότι προσπάθησαν με τη ζωή τους. Ότι μόχθησαν αλλά δεν τα κατάφεραν. Και θα συνεχίζουν κανονικά. Θα βρίσκουν πάντα ψυχές να χέσουν πάνω, τραύματα να τρυπάνε και ν ανοίγουν κι άλλο, ομορφιές για να φτύσουν, προσωπικότητες να μειώσουν, χαρακτήρες να ευνουχίσουν.. πάντα. Ειδα τι έπαθαν τα θηράματα που με διαδέχτηκαν τις δυο φορές που σκοτώθηκα από τέτοιους ανθρώπους. Δε θα χάσουν ποτέ αυτοί. Να το ξέρετε. Μη γίνετε σαν τα μούτρα τους. Αλλά δε θα χάσουν ποτέ. Πάντα θα βρίσκουν χεστες της ζωής να σκοτώνουν και να πατάνε πανω τους ψάχνωντας για το σκοτάδι που υπηρετούν. πάντα. Μαθετέ το από έναν άνθρωπο που βρέθηκε και από τις δυο πλευρές. Γιατί έχω σκοτώσει κι εγώ. Αλλά αυτό είναι κάτι που μονοπωλεί τη ζωή μου. Ας μονοπωλείτε εδώ, σε κάτι πιο φτηνό που ταιριάζει ίσως καλύτερα με αυτή την πλευρά σας, εσεις. Ένα τελευταίο. Αυτοί οι άνθρωποι που αφιέρωσα αυτές τις πικρές λέξεις, να θυμάστε.. είναι ΠΑΝΤΑ όμορφοι. ΠΑΝΤΑ.

ένας ξένος.

βρώμα κάτω απ τη βρώμα

•Απριλίου 23, 2015 • Σχολιάστε

πως αισθάνεστε τώρα που γίνατε πολλοί? οι άνθρωποι που δεν ενδιαφέρεστε τι έμεινε πίσω σας και με μια άγρια χαρά τρέχετε αντίθετα? οι «άνθρωποι» που είπατε την τελευταία σας κουβέντα και σαν παράσιτα στον ίδιο τόπο που μ αγαπήσατε χαμογελάτε σε παλιότερες από μένα υπάρξεις? αυτή η γαλήνεια ατμόσφαιρα αναμεσά μας δεν δημιουργήθηκε ποτέ. Αυτό το αληθινό. Πάντα στο ψεύτικο, στο τυπικο, στο «καλησπέρα». μα ΑΚΡΙΒΩΣ λόγω των παλαιότερων υπάρξεων από μένα δεν δημιουργήθηκε. κοίτα το τώρα. Πως αισθάνεστε τώρα?

Φτάνει η κακομοιριά μου ή επιζητάτε κι άλλη? Έχει νόημα το ποιος είμαι ή κάλλιστα θα ανοίγατε το στόμα σας διάπλατα για κάποιον που ξέρω και με ξέρει, που κάποτε ήπιαμε μαζί μέχρι θανάτου και του λεγα για σενα χωρις να σε ξερει?και το ανοίγετε τόσο καλα που ζηλεύω -να δω που θα το ξαναβρείς αυτό έλεγες, κι όμως βρηκα. φτάνουν μια ντουζίνα λέξεις του με ωραία χροιά για να σας γαμήσει ή υπάρχει και η ιστορία μας που σας βάζει σε σκέψεις? σιγά μη σ έβαλε σε σκέψεις. τίποτα μπροστά στην κάβλα ενός ωραίου μουσικού που ξέρει να μιλά μέσα απ το αλκοόλ. πως αισθάνεστε τώρα.

Πως αισθάνεστε τώρα? τώρα που  αποζητάς ξανά παρέα όπως αποζήτησες εμένα τότε στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού. με τον ίδιο τρόπο δε βρήκες άραγε? γιατί να μη βρηκες. τόσο ωραία, ξένη γκόμενα. γιατί να μη βρήκες. έτσι εμένα βρήκες. για κάποιο δικό σου λόγο ξανά θα ψάξεις με τον ίδιο τρόπο, θα χωθείς πάλι κάτω από την άμμο να μη βλέπει καλά η ψυχή σου και όταν φυσήξει πολύ και ξεθαφτεί, απ τη ντροπή σου θα τρέξεις. θα ψάξεις ξανά αντί να μάθεις να συγχωρείς. θα βρεις λόγους να μην προσπαθήσεις και να τρέξεις στο φευγιό σου, προσβάλλωντας, φτύνοντας πίσω σου. αντί να συγχωρήσεις. αντί να μάθεις ν αγαπάς. Θαρρείς αγάπησές με. τον εαυτό σου αγάπησες. που ΟΛΑ του τα συγχωρείς αλλά τίποτα στους άλλους. και όλα πάλι απ την αρχή. πραγματικά, πόσους τέτοιους κύκλους έχεις κάνει? αναρωτιέμαι μερικές φορές. έτρεμα ότι θα ταν εκατοντάδες. τώρα δεν τρέμω ακόμα κι αν είναι εκατοντάδες. κάνε άλλους τόσους. κι άλλους τόσους. θα δεις. αυτό που θα σε σώσει είναι να συγχωρείς. όχι να κρύβεσαι, όχι να υποκρίνεσαι. όχι να υποκρίνεσαι. όχι να υποκρίνεσαι. στον εαυτό σου περί προσπάθειας. υποκρισία προσπάθειας. οι προσπάθειες σου αρκούνται στους τωρινούς κύκλους στις καβάτζες. καβάτζες. δική σου σιχαμένη λέξη. μα σου αξίζει. όπως ήμουν κι εγώ μέχρι εκείνο το καλοκαίρι. τώρα καταλαβαίνω. το ξερα, αλλά τώρα καταλαβαίνω

Κι όλα αυτά αξίζουν να έχουν γραφτεί για μένα όταν σκότωνα άλλες ψυχές. Και τις θυμάμαι όλες τις ψυχές που σκότωσα.. κατώτερα όντα. και κατώτερο εγώ από σας. έτσι υποτίθεται. ο ένας σκοτώνει τον άλλο και τρέχει να φύγει πριν βγει αίμα, πριν βρωμίσει το πτώμα. αν η ισορροπία στα κακά που έκανα ήρθε έτσι, ας είναι. Αλλά η ισορροπία θα έρθει για όλους. Το ακούτε «άνθρωποι»? Εσείς που βρίσκετε μια άγρια χαρά στο να σκοτώνετε. Να θυμάστε. Η ισορροπία θα έρθει κάποια στιγμή για όλους. ελπίζω σ αυτό. ίσως απλά να ναι ένας μύθος που έφτιαξαν οι κατώτεροι για να αισθάνονται καλύτερα όταν ζουν την αδικία και να μην έρθει ποτέ για σας η ισορροπία. Ίσως να σκοτώσετε κι άλλες ψυχές στο διάβα σας χωρίς καν να το καταλάβετε ή ακόμα τροφοδοτώντας έτσι τη ζωή σας. ίσως όμως να έρθει η καριόλα η ισορροπία και για σας κάποτε. απλά ίσως.

 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.