Αντίφαση

Χαρά

Ποια νύχτα μπορείς να αισθανθείς τη χαρά. Είναι πολύ δύσκολο σκοτεινές να μην είναι η σκέψεις σου τη νύχτα.. Η χαρά έρχεται τη μέρα, ακούγοντας τις φωνές μικρών παιδιών από την θάλασσα, γυρνώντας στον ανθισμένο κήπο σου, πατώντας το δροσερό γρασίδι, χτενίζοντας τα σκυλιά σου.

Η νύχτα είναι όμορφη. Αλλά είναι εκείνη η όμορφη που ποτέ δεν θα κατακτήσεις. Γιατί η νύχτα ζητάει από εσένα όσα ποτέ δεν μπόρεσες να αποκτήσεις. Όσα δεν μπόρεσες ποτέ να δώσεις στον εαυτό σου. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό όμορφη είναι η νύχτα. Όχι γλυκιά, εγωίστρια. Ναι, μα όμορφη. Μπορεί η ίδια να μην αντέχει τον εαυτό της, αφού ξέρει πως ότι ζητάει παράλογο είναι, αλλά εγώ την αισθάνομαι. Είναι όμορφη. Πρόστυχη, μα ναι όμορφη. Μισητή, μα όμορφη. Τι γράφω.. Λάθος λέξεις.. Κανείς γλωσσολόγος δεν θα επέτρεπε την τελευταία μου πρόταση. Κανένα λογικό κεφάλι. Κι όμως, μισητή μα τόσο όμορφη.

Τις μεγάλες χαρές σχεδόν πάντα δεν μπορείς να τις αντιληφθείς. Είναι επειδή ζεις μέσα τους. Ισχύει εκείνος ο γνώριμος νόμος των συστημάτων. Μέσα από ένα σύστημα, δεν μπορείς ποτέ να ελέγξεις αν είναι πραγματικά έγκυρο.

Θέλω να πραγματοποιήσω το όνειρό σου. Και προσπαθώ να το κάνω. Γιατί αξίζεις. Κι όταν κάτι αξίζει το προσπαθώ. Δεν κουράζομαι. Τουλάχιστον ποτέ τόσο ώστε να το παρατήσω. Γιατί τίποτα που αξίζει δεν πρέπει να παρατάς. Κι αξίζεις.. Κι εσύ. Κι εσύ. 

Αλλά ένας ευνόητος λόγος με πιέζει αφόρητα να προσπαθώ για ένα. Για κάτι μοναδικό. Όχι, εγώ δεν το βρίσκω προφανές. Αλλά εσείς το βρίσκετε. Όλοι εσείς. Σας αγαπώ και σας σέβομαι. Αφού είναι προφανές για σας, γίνεται υποχρεωτικό για μένα. Αίτημα σας λογικό, απόκρισή μου. Δεν θα μπορούσε ποτέ άλλη να είναι η απόκρισή μου. Γιατί απλά θα ‘ταν παράλογη, κακή. Και θα ‘μουν κακός.

Να προσπαθώ για ένα.. Ποιο;

Την ξένη ημέρα, που τόσο χαρούμενη είναι και τόσο πολύ με ζεσταίνει. Που τόσο γλυκιά, τόσο αθώα στέκεται για να την κατακτήσεις κλέβοντας κάτι δικό της λίγο λίγο.. Ή την τόσο γνώριμη νύχτα. Την τόσο όμορφη. Που σε κάνει να βρίζεις πολλές φορές και που σου χαρίζει όμως αυτά τα πιο δυνατά συναισθήματα.. Αυτά που σε κάνουν να μην συγκρατείσαι, να καίγεσαι. Αυτά που είναι τόσο κοντά σ’ αυτό που όλοι φοβόμαστε να πούμε πως γνωρίζουμε. Και καλά κάνουμε. Αυτά τα τόσο κοντινά στην αγάπη.

Μέρα και νύχτα.. Πότε η μέρα θα φωτίσει τη νύχτα σου; Πότε η νύχτα θα ανάψει τη φωτιά σου για να δεις;

Το ξέρω. Πάντα ζούσαμε σε μια αντίφαση. Μισή μέρα, μισή νύχτα η ζωή μας.. Πως μπορώ να βλέπω λοιπόν αυτό το προφανές σας και να το σέβομαι. Πως μπορώ να πείσω τον εαυτό μου για το άδικό μου; Τι να μου πεις; Ότι κι αν πεις, μέρα μου, ή εσύ νύχτα μου, ξανασκέψου το. Και δες. Υπό το φως του ήλιου ή της φωτιάς σου, δες. Δες με. Εμένα και την χαρά μου. Εμένα και την μιζέρια μου. Αυτή που δεν μπορώ να αποφύγω μόνος μου. Γιατί όταν ζεις μέσα σε ένα σύστημα δεν μπορείς να αποφανθείς για την ακεραιότητά του. Με βλέπετε; Πείτε μου λοιπόν. Μιλήστε μου για την δική μου ζωή. Την δική μου χαρά και μιζέρια..

Θέλω βοήθεια. Από εσένα που δεν σε νοιάζει τίποτα, που καις και θέλεις να λιώσεις στη φωτιά σου, που τόσο θέλω να ‘μαι εγώ.. Από εσένα που χαίρεσαι και ζεις, και νιώθεις το απλό. Εκείνο το απλό σου άγγιγμα με τη μύτη ή τα χείλη σου..

Θέλω βοήθεια…

Advertisements

~ από alexpan στο Μαΐου 24, 2007.

Ένα Σχόλιο to “Αντίφαση”

  1. Διάβασα κάπου το παρακάτω ποίημα…Στην αρχή τράβηξε το βλέμμα μου ο τίτλος του: «Φαξ από μια ανάμνηση». Και σιγά-σιγά το διάβαζα…λέξη-λέξη, στίχο-στίχο, μέχρι να φτάσω στο τέλος του και χωρίς να το έχω καταλάβει καλά-καλά…τα δάκρυα είχαν βρέξει το ίδιο το ποίημα…όχι κλάμα, όχι λυγμοί, όχι τίποτα από αυτά…αλλά εκείνα τα δάκρυα τα βουβά, τα ανεξέλεγκτα, που βγαίνουν από τόσο βαθιά μέσα μας…που δεν ξέρω αν υπάρχει λέξη να αντικατοπτρίσει το συναίσθημα που κουβαλάνε…που είναι σαν σταγόνες φωτιάς από την κόλαση που έχουμε πολύ βαθιά στην ψυχή μας…αν υπάρχει κι αυτή (όλα μας τα ισοπεδώνουν σιγά-σιγά). Λένε πώς ό,τι μας αγγίζει τόσο έχει να κάνει με τα βιώματά μας…ίσως εμένα να με άγγιξε τόσο γιατί μου θύμισε μια κοριτσίστικη καρδιά που κάποτε «έζησε» σαν την «ανάμνηση» αυτού του φαξ. Είναι κι αυτό μέρος μιας αντίφασης Αλέξη…γι’αυτό μου το θύμισες απόψε (μετά από 2 χρόνια που είχα να ξεφυλλίσω ένα δικό μου παλιό τετράδιο…). Σας το παραθέτω…

    «Στο νου σου κλειδωμένη με κρατάς
    και πότε πότε με χαϊδεύεις.
    Με ζωντανεύεις,με χαμόγελα με ντύνεις,
    να περπατώ στο σώμα σου με αφήνεις.
    Τα χρώματά μου μέσα σου αμέτρητα
    – τα πιο πολλά κρυφά-
    γι’αυτό και όταν απρόσκλητη την πόρτα σου χτυπώ,
    αθόρυβα μου ανοίγεις,μην τύχει και με δουν.
    Είμαι πολλά για σένα,ακούω να μου λες συχνά,
    ψιθυριστά,μην τύχει και σ’ακούσουν.
    Κι άλλα πολλά,γλυκά μου λες,
    όταν οδεύουμε αγκαλιά στο πού και πού της μνήμης.
    Μόνο που ύστερα χάνεσαι
    κι εγώ βαδίζω μόνη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: