Πριν κατέβεις στη θάλασσα..

Άκουσα γι εκείνο τον ποιητή που, λέει, ήταν στην θάλασσα από την στιγμή που ξημέρωσε μέχρι που ο ήλιος έφυγε και πλέον μόνο να ακούσει μπορούσε. Εκεί στην ίδια μεριά στην ακροθαλασσιά να κάθεται για ώρες χωρίς να καταλαβαίνει γιατί κάτι τέτοιο μπορεί να θεωρείται βαρετό. Κι εγώ πήγα σε κείνη τη θάλασσα. Και περπάτησα. Και βρήκα ένα κοχύλι και το μάζεψα. Το ίδιο είδος το είχα, μα ποιος ξέρει γιατί, έφερα άλλο ένα στο σπίτι. Στο σπίτι μου. Πήρα το κοχύλι εκείνο από το σπίτι του και το έφερα στο δικό μου. Κι ο ποιητής έκανε το άλλο. Έκανε την θάλασσα και τα κοχύλια σπίτι του, κι έμεινε εκεί να τον φιλοξενήσουν. Κι όσο κάθεται εκεί ο ποιητής τόσο περισσότερους λόγους βρίσκει για να μείνει. Τόσο μεγαλώνει η παρέα. Όταν όλοι φεύγουν, και οι φωνές των κοριτσιών δεν ακούγονται πια, αυτός μένει εκεί. Δεν καταλαβαίνω μερικές φορές γιατί μπορεί να μένεις εκεί ενώ τα κορίτσια έχουν φύγει. Αυτός ξέρει. Ακούει. Ακούει κι άλλα εκτός από τις φωνές των ανθρώπων. Ακούει την θάλασσα να χαϊδεύει τα χαλικάκια καθώς με τον ίδιο ρυθμό κινείται όλη την ώρα, ακούει τον αέρα να περνά μέσα από τα δέντρα του παραπάνω δάσους. Όταν μάλιστα πέφτει η νύχτα, όταν η όραση πλέον αδυναμεί και κυριαρχεί το άκουσμα, οι νότες σ’ αυτήν τη μοναδική συναυλία της φύσης γίνονται όλο και περισσότερες. Μόνο αν προσέξεις ένα τραγούδι πολύ μπορείς να αναγνωρίσεις το μπάσο ή μια ήσυχη κιθάρα που κρατά τα ακόρντα. Μόνο αν πέσει η νύχτα ακούς τα σύννεφα να πετούν από πάνω σου, ακούς τα καβουράκια να περπατούν ανάμεσα στις πετρούλες, τα μαλάκια να ανοίγουν φοβισμένα το κλείθρο τους. Καθώς τα σύννεφα κινούνται, το φεγγάρι τοποθετεί αλλού τις σκιές των δέντρων και καθώς αυτές κινούνται δημιουργούν έναν ήχο πολύ δύσκολο να ακούσεις, ακόμα και να εμπνευστείς. Ο ποιητής αυτόν τον ήχο δεν τον άκουσε ποτέ τις χίλιες νύχτες που πέρασε εκεί, στην ίδια θέση της ακροθαλασσιάς. Λέγεται πως μέχρι τώρα κανείς δεν έχει ακούσει κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει μάλλον αρκετή φαντασία.

Αν πας ποτέ σε κείνη τη θάλασσα, θυμήσου τον ποιητή. Που τόσο πάσχισε να ακούσει έναν παραπάνω ήχο από τους άλλους και δεν τα κατάφερε. Όταν δεις το πρώτο κοχύλι, μην το σηκώσεις μα μίλησε του. Κι αν δεν σου απαντήσει είναι που φοβάται. Που ντρέπεται. Κι αν το δεις να κοκκιννίζει, είναι που θέλει να σου φωνάξει να ακούσεις τη νότα του μα δε σ΄εμπιστέυεται. Όταν πας σε κείνη τη θάλασσα, φώναξε. Κι ο ποιητής, που χίλιες νύχτες σε περίμενε, θ’ ακούσει επιτέλους έναν ακόμη ήχο. Τον ήχο τον δικό σου. Τη νότα που του έλειπε. Και θα πάρει χαρά κι ελπίδα. Θα έρθει πίσω και την νότα των σκιών θα μπορέσει τότε να τη φανταστεί. Δε θα την ακούσει, μα θα τη δεί. Μέσα στη νύχτα, θα τη δει! 

Advertisements

~ από alexpan στο Αύγουστος 4, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: