Να είμαι εγώ

Ξαφνικά βρέθηκα σε ένα άδειο σπίτι, σχεδόν γιαπί, σε κάποιο ημιόροφο πολυκατοικίας στην Πάτρα, ίσως κοντά ή πίσω από τα ψηλά αλώνια. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να ήμουν εκεί και με το που επανήλθαν οι αισθήσεις μου είχα την αίσθηση πως πρέπει να βιαστώ πριν με καταλάβουν. Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλιά και χωρίς να μου θυμίζει κάτι αυτό το κτήριο καβάλησα μια μηχανή. Υποτίθεται ότι ήταν ένα μωβ VStrom αλλά μου έμοιαζε μικρότερο από το πραγματικό. είχα μεγάλη δυσκολία στο να την οδηγήσω. «Είδες τόσος καιρός χωρίς μηχανή τι σου κάνει?», σκέφτηκα. Ειδικά το αριστερό μου χέρι είχε πρόβλημα με τον συμπλέκτη. Φοβόμουν πολύ μη μου γλυστρήσει ο συμπλέκτης για κάποιο λόγο και κλωτσήσει η μηχανή στις αλλαγές. Τον κράταγα πολύ περίεργα με τα ακροδάκτυλα και με πολύ πίεση μόνο μπορούσα να αλλάξω ταχύτητες. Με το που έκανα 100 μέτρα ήξερα ακριβώς που βρίσκομαι. Στην Πάτρα το ξέρουμε ως «πέντε δρόμους» γιατί πράγματι ενώνονται πέντε δρόμοι εκεί. Το φανάρι ήταν κόκκινο πίσω από την γνωστή γωνιακή καφετέρια και σταμάτησα όπως όπως τη μηχανή. Η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο, διότι με το που σταμάτησα η μηχανή έσβησε και δεν ξαναέπαιρνε μπροστά με τίποτα. «ΩΡΑΙΑ!» φώναξα ειρωνικά. Μπροστά μου ήταν ένα αυτοκίνητο και μόλις πεταγόντουσαν έξω δυό κοπέλες με κοντά μαλλιά και όχι πολύ ωραίες. Ακούγοντάς με να φωνάζω ίσως νόμιζαν ότι είπα κάτι εναντίον τους και μου έκαναν νόημα «συγγνώμη». Περνώντας από μπροστά τους για να φύγω άκουσα τη μια να μου λέει «Ωχ σου έσβησε ε? Ελπίζω να τα καταφέρεις» Ή κάτι τέτοιο. Δεν είχε σημασία τί είπε ακριβώς στα αυτιά μου, σημασία είχε που μιλούσε ελληνικά. Ένας άγνωστος άνθρωπος τυχαίος στο δρόμο μιλούσε ελληνικά! «Τι ωραία!» σκέφτηκα αυτή τη φορά κυριολεκτικά και αναθάρρησα. Απλά έσπρωξα λίγο τη μηχανή με το πόδι και αυτή άρχισε να πέρνει ασυνίθιστα μεγάλη ορμή, παρά την πολύ ελαφριά κατηφόρα. Έστιψα δεξιά κάτω γνωρίζοντας ακριβώς που θα πήγαινα. Σε καμιά διακοσαριά μέτρα θα έβλεπα στα δεξιά μου όπως κατέβαινα την κατηφόρα τα Κιτσέικα. Τα Κιτσέικα ήταν ένα σπίτι στον ημιόροφο μιας πολυκατοικίας που έβλεπε σε ένα μεγάλο και σχετικά απομονωμένο πάρκο της Πάτρας. Έλεγα έτσι το σπίτι γιατί ανήκε στον ξαδερφό μου, Κίτσος στο επώνυμο, πού όντας καπετάνιος όποτε έφευγε ταξίδι μου έδινε τα κλειδιά και την ευχή του να γαμάω όσο μπορώ. Ήξερα λοιπόν που θα πήγαινα. Κανένα πρόβλημα. Θα άφηνα εκεί τη μηχανή προς το παρόν, που ούτε δική μου την ένιωθα έτσι κι αλλιώς και βλέπουμε. Ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί και τι έπρεπε να κάνω, τώρα που κατάφερα να ξεκλέψω λίγο χρόνο χωρίς να με καταλάβουν.

Φτάνοντας στο τέρμα της κατηφόρας με περίμενε κάτι πολύ πιο ωραίο από το σπίτι του ξαδέρφου. Στο τέλος της κατηφόρας ήταν η παραλία. Η παραλία του χωριού μου. Γεωγραφικά αυτό το σημείο από το σημείο που βρισκόμουν απέχει περίπου δέκα χιλιόμετρα στο φυσικό κόσμο. Όχι στο δικό μου κόσμο όμως. Ήθελα να βρεθώ εκεί και βρέθηκα. Φτάνοντας στην παραλία έδειχναν όλα να βρίσκουν νόημα. Ήξερα σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε μέτρο. Η άσφαλτος γεμάτη από χώμα τριμένο, επικίνδυνο πράγμα ειδικά να έχεις ξεχάσει να καβαλάς. Έκανα δεξιά, άφησα πίσω μου το μαγαζί που τραγούδαγα με τη μπαντούλα το καλοκαίρι και προχώρησα. Ήταν σαν ξημέρωμα. Το χωριό, τα Βραχνέικα, άδεια και το φώς του ήλιου ίσα έδειχνε ότι έρχεται σιγά σιγά η μέρα.  «Ας κάνω γρήγορα γιατί ίσως με το πολύ φώς με βρουν πιο εύκολα», σκέφτηκα. Χωρίς όμως ιδιαίτερη ανησυχία. Μόνο χαρά είχα. Συγκρατημένη στην αρχή και όσο περνούσε η ώρα όλο και περισσότερη. Προχώρησα. Ο πατέρας ενός καλού μου φίλου περνούσε αντίθετα κάνοντας τον πρωινό του περίπατο και κοίταξε προς το μέρος μου. Του έκανα ένα ανεπαίσθητο νόημα με το κεφάλι ότι τον αναγνώρισα αλλά προχώρησα. Δεν είχα κάτι με τον άνθρωπο, αλίμονο. Φοβήθηκα ξανά μήπως μέσα από την δική του απορία του πως βρέθηκα εκεί, με καταλάβαιναν πιο γρήγορα. Γι’ αυτό και τον προσπέρασα. Κι ότι κατάλαβε. Πέρασα το εκκλησάκι που βάφτισε ο αδερφό μου τη δεύτερή του κορούλα, την επόμενη και τη μεθεπόμενη καφετέρια κι έφτασα. Στο σπίτι μου. Στο σπίτι που με σημάδεψε, που πέρασα με κάποιες διακοπές περίπου 20 χρόνια ζωής. Πως γίνεται να μην είσαι χαρούμενος που ζεις σε ένα τέτοιο τόπο. Πριν ανοίξω το πορτόνι και ανέβω τον εξωτερικό διάδρομο, κοίταξα πίσω μου. Τη θάλασσα. Πόσο γαλήνια ήταν αυτή την ώρα. άκουγα πάντα το Σωτήρη το φίλο μου να μας λέει πόσο τέλεια είναι η θάλασσα τέτοια ώρα, σαν ακούνητη, επειδή ξυπνάει πολύ νωρίς και τον ανταμοίβει με αυτό τον τρόπο. Είχε πολύ δίκιο. Γύρισα το κεφάλι μου να ανέβω στο σπίτι. Εξάλλου γι αυτό ήρθα εδώ. Στο διάδρομο τα σκυλιά δεν ήρθαν να με προϋπαντήσουν, αρκετά περίεργο, αλλά δεν με ενόχλησε εκείνη τη στιγμή. Μπήκα στο άδειο σπίτι. Δεν είχε έρθει κανείς ακόμη. Πήγα στο μεγάλο μπανιο να ρίξω νερό στα μούτρα μου. Σκεφτόμουν πως όταν έρθω τα επόμενα Χριστούγεννα δε θα το πω σε κανένα και θα χτυπήσω το θυροτηλέφωνο όταν θα τρώνε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ντυμένος Αι-Βασίλης. Και θα λέω μόνο «Χο-χο-χο!!». Θα μοιράσω σε όλους δώρα και ιδιαίτερα στην Μαργαρίτα και τον πατέρα μου, που είναι τα δύο περίσσοτερο παιδιά της οικογένειας. Ε και κάποια στιγμή, όταν μάλλον θα με έχουν κατλάβει όλοι πια, θα εμφανιστώ. Χαμογελούσα μόνος μου με την πλάκα που θα είχε αν το έστηνα σωστά!

Και τότε τους άκουσα. Καθώς έπλενα τα  δόντια μου, άκουσα το χαρακτηριστικό ήχο της μπαλκονόπορτας στο γραφείο του πατέρα μου να ανοίγει. Και η φωνή του ακούστηκε ακριβώς σαν αυτόν. «Αγάπη μου πιανού είναι η μηχανή? Έχει έρθει ο Γιαννάκης?» ρώτησε με απορία τη μάνα μου. Η μαμά ίσα που ακούστηκε απορημένη επίσης. Ο Γιάννης είναι ο αδερφός μου. Φυσικά πως να τους έρθει ότι μπορεί να είμαι εγώ! Άρχισα να μουρμουρίζω ένα ρυθμό χαρούμενο καθώς ξέβγαζα το στόμα μου για να πάω να τους δω. Και όλο και πιο δυνατά και χαρούμενα έλεγα τη μελωδία για να αρχίσουν να ακούν. «Αν είναι κανείς μες το σπίτι να μας το πει!!» Συνέχισε ο πατέρας μου, μιλώντας στο σπίτι, κυρίως αστεία αλλά και με μια μικρή δόση φόβου και απορίας για το ποιος είναι τέτοια ώρα μες το σπίτι με ξένη μηχανή. Είχα ξεπλύνει το στόμα μου και τώρα πολυ δυνατά και χαρούμενα τραγουδούσα μια μελωδία που δε μπορώ να θυμηθώ. Βγήκα με αυτό τον τρόπο από το μπάνιο, πέρασα την κουζίνα και πήγα προς το γραφείο του πατέρα μου, από όπου τους είχα ακούσει να μπαίνουν. Με το που έστριψα προς την τραπεζαρία είδα τη μάνα μου! Ήταν ακουμπισμένη στο κάσωμα της πόρτας, λίγο δισταχτική ίσως να προχωρήσει στο σπίτι πριν καταλάβει τι γίνεται και απορημένη με κοίταξε. Το πρώτο δευτερόλεπτο δεν άλλαξε έκφραση. Ακόμα δεν καταλάβαινε ποιος είναι. Το δεύτερο φάνηκε να με καταλαβαίνει αλλά έμεινε ακόμα λίγο μετέωρη σκεπτόμενη ίσως γιατί είμαι εγώ εκεί τώρα. Το μετάνιωσα και γύρισα πίσω? Είχα τίποτα με την υγεία μου και δεν την πάλεψα? Δεν φαίνεται να την ένοιαξε για παραπάνω. Μετά από αυτή την αιώρηση στη σκέψη απλά χάρηκε που με είδε! Έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο και ήρθε κατα πάνω μου. Έτρεξα κι εγώ και την αγκάλιασα με δάκρυα χαράς! Ο πατέρας μου, που είχε ήδη κάτσει στο γραφείο να ανοίξει τον υπολογιστή, σηκώθηκε (άκουσα την καρέκλα να κάνει το χαρακτηριστικό ήχο, όταν οι μπουκάλες τις παίρνουν ξανά το αρχικό τους σχήμα) και ήρθε στην τραπεζαρία. «Παλικάρι μου!!! Εσύ ήσουν?? Αχά ωστε εσύ ήσουν!!!» ήρθε κοντά μας και μας αγκάλιασε και τους δύο. Αισθανόμουν ότι τους έτρωγε να καταλάβουν από που κι ως που βρέθηκα εκεί εγώ. Αλλά δε ρωτούσαν φοβούμενοι μη με φέρουν σε δύσκολη θέση. Κι εγώ δεν εξήγησα ακριβώς. Ήξερα ότι θα ήμουν εκεί μόνο για λίγο ακόμα. Γιατί να χαλάμε χρόνο τώρα να κάθομαι να εξηγώ πως μπορει να συμβεί αυτό που ζούμε τώρα. Συμβαίνει. Αυτό μετράει. Λες κι εγώ ήξερα? Δεν ήξερα ακριβώς το μηχανισμό, απλά ότι θα χρειαστεί να φύγω όπου να ναι και καλύτερα πριν με καταλάβουν. Καλύτερα από μόνος μου. Θυμάμαι ότι μπήκα για λίγο στο γραφείο με τον πατέρα μου και βγαίνοντας του έλεγα ακριβώς αυτό. Ότι «Πατέρα δεν ξέρω ακριβώς πως και τι αλλά μάλλον θα με καταλάβουν όπου να ναι, η μηχανή κάτω δεν ξέρω πιανού είναι πάρτε τη καντε τη ότι θέλετε δεν ξέρω. Α! Όπως φαίνεται έχουμε κι άλλο ένα σπίτι στην Πάτρα, οπότε εκεί πρεπει να έχω αφήσει το αυτοκίνητο. Ξέρω γω.. Πήγαινε μέχρι εκεί με τη μηχανή και γυρνα με το αυτοκίνητο πίσω. Πάντως θα με καταλάβουν όπου να ναι..» Τα έλεγα όλα με μια σχετική βιασύνη και ο πατέρας μου απλά πήγαινε μαζί μου κρατώντας με από τη μέση χαμογελώντας σα να νόμιζε ότι του κάνω πλάκα, αλλά συνεχίζοντας να μην καταλαβαίνει. Αισθανόταν ότι κάτι στραβό υπήρχε στην ξαφνική μου εμφάνιση εκεί αλλά δεν ρωτούσε παραπάνω. Απλά χαμογελούσα και καθώς του μίλαγα έκανε της κλασικές εκφράσεις του «χμ!», «αχαα» σα να καταλάβαινε. Με άφησε στην κουζίνα και έτσι για τα τελευταία δευτερόλεπτα σκέφτηκα να πάω μέχρι το δωμάτιό μου, να δώ αν άλλαξε τίποτα. Καθώς έφτανα στο τέλος του διαδρόμου όμως, πριν μπω στο δωμάτιο κοίταξα δεξιά, την κρεβατοκάμαρα τον γονιών μου. Εκεί η μάνα μου είχε βγάλει όλα τα ρούχα στο κρεβάτι και είχε φτιάξει μικρές μικρές στοίβες με διπλωμένα όμορφα τα ρούχα, όπως κάνει πάντα μετά το σιδέρωμα. Αυτή τη φορά απλά ήταν πάρα πολλά! «Τι έχει κάνει εδώ η μαμά, γιατί τα έχει απλώσει όλα έτσι?» Αναρωτήθηκα φωναχτά και σα να θέλω να ακουστώ και μέσα λίγο. Αντί για αριστερα, στο δωματιό μου, έστριψα δεξιά και μπήκα στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου. Πήρα από μια στοίβα δύο πλυμένες κάλτσες και μια φανέλα. Τις κόλλησα στη μυτη μου και τις μύρισα. Μοίριζαν τόσο οικεία! Τα πλυμένα μου ρούχα από τα χέρια της μάνας μου..! Κι έτσι με τα ρούχα κολλημένα στη μούρη μου με έπιασαν τα κλάματα. Ακατάπαυστα κλάματα! Εκλαιγα με λυγμούς! Ήξερα φυσικά συνέχεια ότι ήμουν παρά τους φυσικούς νόμους εκεί, αλλά τώρα συνηδειτοποιούσα ότι έπρεπε να φύγω. Καλύτερα μάλιστα πριν με καταλάβουν και με φέρουν αυτοί πίσω. Έκλαιγα δυνατά και ήμουν ταυτόχρονα τόσο χαρούμενος. Που τους είδα. Τα δυο πιο αγαπημένα μου προσωπα! Αυτοί κι αλλοι 5-6 στον κόσμο όλο. Κυριολεκτικά στον κόσμο όλο. Και τέλος. Πόσοι λίγοι άνθρωποι πραγματικά με νοιάζουν! Κι εκεί μέσα στα δάκρυά μου, σήκωσα ξαφνικά το κεφάλι μου. Σταμάτησα να κλαίω! Θυμήθηκα ότι πρέπει να τους πω κατι πριν φύγω! «Σας αγαπάω!» Φώναξα από την κρεβατοκάμαρα για να με ακούσουν σε περίπτωση που δεν προφτάσω να πάω πίσω. «Σας αγαπάωωωω!!» Φώναζα κι έτρεχα πίσω στην τραπεζαρία. «Αγάπες μου!» Μπηκα στη τραπεζαρία με φόρα και μόνο με δάκρυα χαράς! Η μάνα μου έπαιζε με τον Σνούπυ! Ο Σνούπυ μου!! Το σκυλάκι μου! Επίσης λίγο διστακτικός κούναγε λίγο την ουρίτσα του και έκανε να έρθει κοντά μου αλλά κοντοστεκόταν. Καταλάβαινε ίσως ότι. δεν μπορεί να είμαι πραγματικά εκεί. «Σας αγαπαώ!!» Τους φώναζα όλο χαρά με δάκρυα παντού! Αγκάλιασα τη μάνα μου και και τον πατέρα μου, ένα χέρι γύρω από τον καθένα! «Αγάπεεες μουυυυυ!» Χοροπηδούσα και τους γυρνούσα γύρω γύρω, τους παρέσερνα στο ρυθμό μου! Δεν πειράζει που έκλαιγα, ήταν τόση η χαρά! Γελούσαν μαζί μου και γέλαγαν κι έκλαιγαν!! «Σας αγαπάωωωω!!!» Ο Σνούπυς ήταν έκει και μας κοίταγε χαρούμενος και απορημένος «Έλα εδώ σνουπάκο μου να σου χαιδέψω τη μουρίτσα σου τη βρώμικη πριν φύγω!!» Πράγματι έκανε ενα βήμα προς τα μένα και σκύβοντας μπόρεσα να πίασω το μουσούδι του, πάτνα λερωμένο και βρωμερούλι με χώματα από τον κήπο. Καπου στο δωμάτιο ήταν και ο Μπλακάκος, ο μεγαλύτερος σκυλος μας. Γύρισα στο χορό με τους γονείς μου. Ένιωιθα πλεόν να διαλύομαι σιγά σιγά από εκείνο τον τόπο, αλλά ήταν όμορφα. Γινόμουν κάτι σαν αστεράκια μικρά κι ένιωθα ότι δεν πίάνω και πολύ χώρο σιγά σιγά ανάμεσα στους γονείς μου.. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, με δάκρυα χαράς, οι γονείς μου να με έχουν αγκαλιά μέχρι που έγινα σκόνη λαμπερή κι ένα τελευταίο τόσο χαρούμενο, τόσο γεμάτο από όλα τα συναισθήματα του κόσμου «Αγάπεεεεςς μου!!!!» να βγαίνει από τα χείλη μου.

Όταν έπαψε και ο αντίλαλος από την τελευταία χαρούμενη κραυγή μου, άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν μέρα πια έξω, τα παραθυρόφυλλα δεν κλείνουν τελείως και ο ήλιος πάντα μπαίνει και με ξυπνάει το πρωί. Ναι, έκλαιγα στα αλήθεια. Και στον ύπνο μου και τώρα που ξύπνησα έκλαιγα. Και καθώς έγραφα ό,τι έζησα. Γιατί το έζησα. Ήταν αλήθεια! Δεν πειράζουν τα δάκρυα, θα είναι μια καλή μέρα και σήμερα. Ήταν το πιο πραγματικό όνειρο, η χαρά μου τόσο μεγάλη που έγινε δάκρυα!

Και ναι. Σας αγαπάω! Εσας τους δυο, πέντε-έξι ακόμα κι ένα σκύλο.  Ζω για μένα και για σας. Για κανένα άλλο. Εσείς με κάνατε να ζω. Εσείς και πεντε-έξι ακόμα με κάνατε να είμαι εγώ! Αγάπες μου!

 

Αλέξης Π.

Advertisements

~ από alexpan στο Δεκέμβριος 6, 2017.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: